Displaying: 41-50 of 111 documents

0.107 sec

41. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 30
Δέσποινα Νεζτεκίδου Η όψη της ερμηνευτικής του Χανς Γκέοργκ Γκάνταμερ: μεταξύ αλήθειας και μεθόδου
abstract | view |  rights & permissions
Το ογκώδες έργο του Γερμανού φιλοσόφου Χανς Γκέοργκ Γκάνταμερ (1900-2002) Αλήθεια και μέθοδος (Wahrheit und Methode, 1960) είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα φιλοσοφικά έργα του 20ου αιώνα, καθώς θέτει σε νέα προοπτική το ρόλο που καλείται να επιτελέσει η ερμηνευτική στη σύγχρονη εποχή. Η καθολική ερμηνευτική που προτείνει, υπερβαίνει το ιδεώδες της αντικειμενικότητας, όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά το Διαφωτισμό, και το αντίστοιχο μοντέλο του επιστημονισμού της μετανεωτερικής εποχής. Ωστόσο η κριτική που ασκεί στα παραπάνω μοντέλα δεν τον καθιστούν υπέρμαχο μίας ανορθολογικής και κατ’ επέκταση σχετικιστικής θεώρησης της ερμηνευτικής. Αυτό που ο Γκάνταμερ προτείνει είναι ένας τρίτος δρόμος, αυτός μεταξύ του προτάγματος για την αντικειμενικοποίηση της γνώσης και της ανάγκης για την κατάκτηση της αλήθειας. “Το πραγματικό μου ενδιαφέρον”, γράφει στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης του ΑΜ (Αλήθεια και μέθοδος), “ήταν και είναι φιλοσοφικό: όχι τί κάνουμε ή τι θα έπρεπε να κάνουμε, αλλά τί συμβαίνει σε εμάς πέρα και πάνω από τη βούλησή μας και τις πράξεις μας”. Ο Γκάνταμερ επιχειρεί να καθρεφτίσει το νόημα της ερμηνευτικής ως διάλογο μεταξύ του λόγου περί της αλήθειας και του λόγου περί της μεθόδου κατάκτησης της αλήθειας, καταδεικνύοντας πως το διαλέγεσθαι είναι η μόνη αληθής πραγματικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας.
42. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 30
Συμεών Δεγερμεντζίδης Μυθοπλασία και πολιτισμός: μια φιλοσοφική θεώρηση
abstract | view |  rights & permissions
Οι συνθήκες μετάπλασης και προσαρμογής του μύθου στις εκάστοτε ιστορικο-κοινωνικές παραμέτρους μεταβάλλουν δραστικά τη λειτουργία και τη φιλοσοφία του. Δεν προσεγγίζω, όμως, το μύθο ως δημιούργημα αποκομμένο από το ευρύτερο πολιτισμικό του πλαίσιο και την κοινωνική δυναμική που αυτό ενσωματώνει. Η προτεινόμενη θεώρηση του μύθου αποδίδει στο υβριδικό του υπόβαθρο τη δυνατότητα της διαρκούς νοηματοδότησης εννοιολογικών συσχετισμών εντός ενός ανοιχτού και σύνθετου σημειωτικού συστήματος. Η μετάβαση από τη διαμόρφωση της συλλογικής ταυτότητας μέσω του προφορικού λόγου στη συγκρότηση της ατομικά διαμεσολαβημένης σφυρηλάτησης της εθνικής συνείδησης μέσω της γραφής, σηματοδοτεί μία ουσιώδη μετάλλαξη της ιδιοσυστασίας της μυθικής σκέψης και της λειτουργίας που αυτή επιτελεί: ο μύθος εξακολουθεί να συνιστά συμπυκνωμένη φιλοσοφία αλληγορικών νοηματοδοτήσεων, αλλά έχει δρομολογηθεί οριστικά πλέον ο κατευθυνόμενος χαρακτήρας της κοινωνικής του δυναμικής. Είτε πρόκειται για πολιτικό, ιστορικό, κοινωνικό, θρησκευτικό, πολιτισμικό ή προσωπικό μύθο, ο μετα-νεωτερικός ‘κατασκευαστής’ δομεί τη μυθική εκδοχή που θεωρεί ενδεδειγμένη για τη συγκεκριμένη συγκυρία και της οποίας η αντοχή δοκιμάζεται στο χρόνο, υφιστάμενη ποικίλες τροποποιήσεις. Ουσιαστικά, η δυνατότητα εγχρονισμού του μύθου και επανεγγραφής του στα δεδομένα κάθε εποχής ή εθνικής πολιτισμικής ταυτότητας συναρτάται άμεσα με την ελαστικότητα της αναπροσαρμογής του στα σημασιολογικά ‘αντανακλαστικά’ του δέκτη: η διαδικασία ανατροφοδότησης του μυθικού υλικού από τα προσωπικά και συλλογικά βιώματα κάθε υποκειμένου, εγγυάται στο μύθο την επιβίωσή του από την αχλή της προϊστορίας μέχρι τα τεχνολογικά επιτεύγματα που κατασκευάζουν το μύθο της παντοδυναμίας τους, δεδομένου ότι του επιτρέπει να διαμορφώνει στις μέρες μας πολυτροπικά μηνύματα με ανοιχτό ερμηνευτικό ορίζοντα. Επομένως, ο μύθος δεν έρχεται κατά βάση αντιμέτωπος με τη λογική, αλλά καθίσταται φορέας μίας ανοιχτής διαδικασίας εκλογίκευσης των πραγμάτων χάρη σε εναλλακτικές ερμηνευτικές κατασκευές, δρομολογώντας μία ανορθολογική διαδικασία δόμησης και αποδόμησης.
43. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 39
Μαρίνα Γρηγοροπούλου Προς μια φαινομενολογία του έρωτα: Τα Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου του Ρ. Μπαρτ
abstract | view |  rights & permissions
Η εισήγηση αυτή αποτελεί ένα εγχείρημα ανάγνωσης των Αποσπασμάτων του ερωτικού λόγου του Γάλλου στοχαστή Ρολάν Μπαρτ στο φως της φαινομενολογίας του 20ου αιώνα. Συγκεκριμένα η ανάλυση λαμβάνει χώρα στα εξής δύο επίπεδα: το πρώτο συνίσταται στη λειτουργία της φαινομενολογίας ως μορφολογικού δείκτη του κειμένου και αποσκοπεί στην προσέγγιση του ερωτικού συναισθήματος ως φαινομένου και του ερωτευμένου υποκειμένου ως όντος, ενώ το δεύτερο συνίσταται στη λειτουργία της φαινομενολογίας ως υποβάθρου του θεωρητικού μηνύματος του έργου και αποσκοπεί στην κατάδειξη της άρσης του ηγετικού ρόλου της θεωρίας. In fine, διά της μετακίνησης του Μπαρτ προς τη φαινομενολογία και διά της μετατόπισής του ως προς τη θεωρία κατά την άρθρωση του ερωτικού λόγου αναδύεται ο πολύπλοκος διάλογος της φιλοσοφίας με τη λογοτεχνία.
44. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 39
Παναγιώτης Σκοπετέας To πλατωνικό δόγμα της αθανασίας της ψυχής συνδυασμένο με την έννοια της αθανασίας στον Μίλαν Κούντερα: Ο μυστικός διάλογος Σωκράτους και Κούντερα με τον ποιητή Ν. Γκάτσο
abstract | view |  rights & permissions
Στο έργο Φαίδρος ο Πλάτων υποστηρίζει πως κάθε ψυχή είναι αθάνατη, επειδή εμπεριέχει το υπερφυσικό ιδίωμα της αυτοκίνησης. Κατά τον Σωκράτη, οι ψυχές στην προσπάθειά τους ν’ αντικρίσουν τις ιδέες που εδράζονται στον ουρανό, αλληλοσυγκρούονται, σπάνε τα φτερά τους και πέφτουν στη γη ενσαρκωμένες και μετενσαρκωμένες σε σώματα διαβαθμιζόμενης ατομικής αξίας. Στο έργο Φαίδων ο Σωκράτης, όντας περισσότερο αποδεικτικός, προσπαθεί να αποδείξει την αθανασία της ψυχής με τα ακόλουθα επιχειρήματα: α) το επιχείρημα των εναντίων, β) το επιχείρημα της ανάμνησης και γ) το επιχείρημα της ομοιότητας της ψυχής με τις ιδέες. Ο Μίλαν Κούντερα, ξεφεύγοντας από τον όρο ψυχή, θα διαχωρίσει την αθανασία σε μικρή και μεγάλη ανάλογα με τη δύναμη της ανάμνησης που διατηρεί ένας άνθρωπος για κάποιον άλλο συνάνθρωπό του που φεύγει από τη ζωή. Ο ποιητής Νίκος Γκάτσος στο ποίημά του «Αθανασία» επιδίδεται σε μία κατηγορηματική άρνηση, όσον αφορά την κατάκτηση της αθανασίας από τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων που εκείνοι διαθέτουν. Hac conditione το εν λόγω ποίημα αρνείται τη φιλοσοφία του πλατωνικού Σωκράτους περί της αθανασίας, αλλά και τη λογοτεχνία του Μίλαν Κούντερα σε σχέση με το ίδιο θέμα. Όμως, εάν σ’ ένα μεταφυσικό και υπερλογικό επίπεδο ο Γκάτσος συναντούσε τους προηγούμενους άνδρες, ίσως ο ποιητής κατέφευγε σε μία αναθεωρητική προσαρμογή των στίχων του, αφομοιώνοντας τελικά τόσο το πνεύμα του πλατωνικού Σωκράτους όσο και το πνεύμα του Μίλαν Κούντερα.
45. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 39
Θωμάς Συμεωνίδης Ελευθερία χωρίς νόημα: Ο Adorno και το τέλος του παιχνιδιού του Beckett
abstract | view |  rights & permissions
Σκοπός της παρούσας ανακοίνωσης είναι να προσεγγιστεί η σχέση φιλοσοφίας και λογοτεχνίας μέσα από τη φιλοσοφική ερμηνεία που επιχειρεί ο Adorno για το Τέλος του παιχνιδιού του Beckett. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ίδιο τον Adorno, ένα από τα βασικά θέματα στο δοκίμιό του ‘Trying to understand endgame’ είναι η κριτική της οντολογίας. Στον τρόπο με τον οποίο ο Beckett μορφοποιεί αισθητικά τόσο τους χαρακτήρες όσο και την εξωτερική πραγματικότητα του έργου ο Adorno διακρίνει μία ιδιαίτερη κατανόηση της αρνητικής διαμεσολάβησης που υφίσταται το υποκείμενο από το κοινωνικό πλέγμα εντός του οποίου συγκροτείται. Για το λόγο αυτό οικειοποιείται την αισθητική απόδοση αυτής της κατανόησης, προκειμένου να ασκήσει κριτική στον τρόπο με τον οποίο αποδίδεται η σχέση υποκειμένου–πραγματικότητας τόσο στο εσωτερικό της θεμελιώδους οντολογίας του Heidegger όσο και στην υπαρξιακή φιλοσοφία των Sartre και Jaspers. Ειδικότερα, ο Adorno θεωρεί πως οι βασικές έννοιες αυτών των φιλοσοφικών κατευθύνσεων στερούνται περιεχομένου, καθώς αγνοείται η διαμεσολάβησή τους από την κοινωνική πραγματικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, αντλώντας από την Αρνητική διαλεκτική και το Trying to understand endgame, αναλύεται η έννοια της ελευθερίας με βασικό σκοπό την κατανόηση της κριτικής του Adorno.
46. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 39
Αγάθη Μαρκάτη Ο Χριστός ξανασταυρώνεται του Νίκου Καζαντζάκη: Περί του καλού και του κακού ή η ‘κλειστή’ και η ανοιχτή ηθική
abstract | view |  rights & permissions
Στο μυθιστόρημα του Ν. Καζαντζάκη Ο Χριστός ξανασταυρώνεται εξετάζεται το κεντρικό θέμα του 23ου Παγκοσμίου Συνεδρίου Φιλοσοφίας (Αθήνα 2013) μέσα από δύο διιστάμενες φιλοσοφικές και ηθικές στάσεις. Σε ένα ελληνικό χωριό, ενώ οι κάτοικοι ετοιμάζουν ένα θρησκευτικό δρώμενο σχετικό με τη Σταύρωση και την Ανάσταση, καταφθάνουν πρόσφυγες που ζητούν ψωμί και στη συνέχεια γη. Η τοπική κοινωνία διά του ιερού δράματος, αναδιατάσσεται σε δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις και σε δύο αντίπαλες ηθικές συμπεριφορές. Το μυθιστόρημα τελειώνει με τον Μανολιό-Χριστό, που έμελλε να αναστηθεί, τελικώς να δολοφονείται. Η σταύρωση του πρωταγωνιστή-Χριστού εξετάζεται με τη θεωρία του Jung, ως λειτουργία αρχετυπική, αναγόμενη στο συλλογικό ασυνείδητο. Ορίζεται η σχέση ‘καλού-κακού’, γενικότερα, αλλά και από τη σκοπιά μίας δυναμικής οντολογίας. Το ‘καλό’ τίθεται ως η διεύρυνση της συνείδησης, η ένωσή της με το Όλο και, συνεκδοχικά, η επέκταση της ζωής. Αντίθετα ως ‘κακό’ θεωρείται η στατικότητα και η καθήλωση σε ό,τι εξυπηρετεί την χωριστικότητα (φόβος, πλούτος, εξουσίαση). Διατυπώνονται οι θέσεις του Kant και, ιδιαίτερα, των Nietzsche και Bergson, φιλοσόφων που επηρέασαν τον Καζαντζάκη, πληρέστερα δε οι οντολογικές και ηθικές αρχές τους (ελευθερία της βούλησης- amor fati - élan vital). Οι πρωταγωνιστές του ‘καλού’ στο Ο Χριστός ξανασταυρώνεται πράττουν ως ‘η κατάφαση στη ζωή’, ως η χαρά του νιτσεϊκού ‘εδώ και τώρα’. Η δράση τους εκδιπλώνει την ‘αέναη spirale της εξέλιξης’, τη ‘ζωτική ορμή’ του Bergson και τους ανυψώνει σε ‘συνεργούς του Θεού’. Στη συνέχεια η θεωρία του Πλάτωνα στην Πολιτεία, περί δικαιοσύνης, αναβαθμίζει το ερώτημα ‘καλού-κακού’. Επισημαίνεται η διάκριση μεταξύ νομίμου-δικαίου, για να απαντηθεί ως η ‘κλειστή’ ηθική των κανόνων και των νόμων σε αντιδιαστολή με την ανοιχτή ηθική της προσωπικής και κοινωνικής ανάπτυξης.
47. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 42
Δημήτρης Σδρόλιας H γέννηση και οι θάνατοι του φροϋδικού ασυνειδήτου: Προς ένα καινούργιο cogito
abstract | view |  rights & permissions
Αφού αρχικά αποπειραθούμε να συνδέσουμε τη θεμελιακή φιλοσοφική προβληματική με την ψυχαναλυτική θεωρητικοποίηση του ασυνειδήτου, κάνοντας ένα πρώτο βήμα για τη θέαση του τελευταίου στο πλαίσιο της χαϊντεγκεριανής προοπτικής της αποδόμησης της ιστορίας του είναι στο πέρας των εποχών του, υποστηρίζουμε ότι, παρόλο που το ασυνείδητο ήρθε αρχικά να χτίσει επάνω στο καντιανό όριο στο γνωστό, δίνοντας νέο υπόβαθρο στις φιλοσοφικές θεωρίες, διαστέλλοντας και εμπλουτίζοντας σημαντικά ό,τι θεωρούμε γνώση, οδηγώντας έτσι τη φιλοσοφία να αρθεί στην αρχική εκείνη πρόκλησή της, ως μελέτη ακριβώς θανάτου, ερχόμενη έτσι εγγύτερα στην ανθρώπινη περατή κατάσταση με νέα από δεδομένα, στο μυστήριο του τί είναι εν τέλει άνθρωπος, παρόλα αυτά εξώκειλε από τον αρχικό του αυτό στόχο. Οι τρόποι, παρόλα αυτά, με τους οποίους θανατώθηκε, -στο πλαίσιο των θετικών ή αρνητικών από θανάτους του-, κατά μήκος της σύντομης ιστορίας του, ανέδειξε εντελώς καινούργιους δρόμους που χρειάζεται στο εξής να διασχισθούν, αχαρτογράφητους έως τώρα από τη φιλοσοφία ή και την ψυχανάλυση, χωρίς την περιεχομενικοποίηση, ούτε και την αναίρεση, της έννοιας ακριβώς του ορίου, μέσω της επανάληψης, περιεχομενικής ή α-περιεχομενικής του, ή μέσω υπερ-πραγματικότητας, όσο και διευρυμένου εγώ μας. Αυτή είναι η μόνη ελπίδα διαφυγής από το τρέχον μας αδιέξοδο, αυτό του μεταμοντερνισμού μας, που μας οδήγησε στο πλέον αισθητό απ’ όλους μας –μέσω των «αναρχοκαπιταλιστικών» μας κρίσεων- ολοκαύτωμα της διαφοράς. Πώς όμως να το σκεφτούμε το όριο ακριβώς της σκέψης μας, το αδύνατο να σκεφτούμε, έτσι επαναπροσδιορίζοντας την ουσία του ασυνειδήτου, που κάνει εκ νέου επίκαιρη τη φροϋδική ενόραση, ότι το μεγαλύτερο στην ουσία μυστήριο το διαθέτει per se η συνείδηση; Κάποιος βεβαίως σκέφτεται πίσω απ’ το cogito μας, σκεφτόμενος απ’ τη θέση του πάνω από μία τρύπα. Τί ακριβώς θα σήμαινε όμως per se ετούτο; Μία ωπή σκεπτόμενη; Θα ισούταν με ασυνείδητο μία «vacuum cogitans» μας; Πως συλλαμβάνει η σκέψη μας το ίδιο της το ασύλληπτο; Γιατ’ ίσως ακριβώς αντίθετα με τα αμλετικά τα λόγια, εκείνου του μονολόγου του, του πλέον του διαβόητου, ίσως και να υπάρχει εν τέλει ένα όργανο για το άγνωστο. Μία εποπτεία θανάτου. Να που οφείλει άμεσα ν’ ανοίξει η φιλοσοφία. Η φιλοσοφική η έρευνα. Σε cogito πλέον θανάτου.
48. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 42
Μαρία Κλη Η ανθρωπολογία στην ψυχαναλυτική προβληματική του Κορνήλιου Καστοριάδη
abstract | view |  rights & permissions
Η πρόθεση μου στην παρούσα ανακοίνωση είναι η ανάδειξη των ανθρωπολογικών θέσεων που έχουν προτεραιότητα στη φιλοσοφική διανήση του Κορνήλιου Καστοριάδη, με αναφορά στην ψυχαναλυτική προβληματική που αναπτύσσει. Η ψυχανάλυση για τον Καστοριάδη δεν προδίδει μόνο την ‘αδυνατότητα’ του υποκειμένου, αλλά και την υπέρβαση αυτής της ‘αδυνατότητας’. Το υποκείμενο στον Καστοριάδη δεν είναι ένα υποκείμενο a priori λογικό, απόλυτα αφομοιωμένο από το κοινωνικό, όπως δεν είναι ένα υποκείμενο χαμένο, που ‘συλλαμβάνεται’ από τους ασυνείδητους καθορισμούς και προδίδεται από μια ‘γλώσσα λανθάνουσα’, από την οποία έχει ανέκκλητα αποξενωθεί. Όπως θα υποστηρίξω, στην καστοριαδική ανθρωπολογία αυτό που αποτελεί ίδιον του ανθρώπου είναι η αυτοδημιουργία και προορισμός του η αυτονομία. Αυτή ακριβώς η επιδίωξη, που συμβαίνει να συμπίπτει με τους σκοπούς μια επιτυχούς αναλυτικής διαδικασίας, συνιστά όχι μόνο ένα βαθιά ανθρώπινο σκοπό, αλλά και καίρια προϋπόθεση μιας ελεύθερης και αυτόνομης κοινωνίας. Η καστοριαδική ψυχανάλυση στοχεύει στην αυτονομία, μέσα από την εγκαθίδρυση μιας διαφορετικής , διαυγασμένης κατά το δυνατόν, σχέσης του υποκειμένου με τον εαυτό του. Με την ανάδειξη του είναι της ψυχής ως φαντασίας, ο Καστοριάδης αναφέρεται σε μια συνθήκη επιτρεπτική του ανακλαστικού στοχασμού, υπερβαίνοντας έτσι τον βιολογισμό του Φρόϋντ και κατορθώνοντας να δείξει ότι η σκέψη είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τη διαδικασία του απλού λογικού υπολογισμού. Η φαντασία αναδεικνύεται σε πηγή δημιουργίας και το ανθρώπινο ον, ως ον με φαντασία, είναι ικανό δυνάμει για αυτοδημιουργία και απόφαση.
49. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 44
Ευάγγελος Γραμματικόπουλος Η πράξη στον Αριστοτέλη και στο Είναι και χρόνος του Heidegger
abstract | view |  rights & permissions
Η πρώιμη περίοδος του Heidegger αποτελεί μια από τις πιο σιωπηλές περιόδους στη διάρκεια της ζωής του μεγάλου Γερμανού φιλοσόφου. Εντός της κυοφορείται το επιφανέστερο φιλοσοφικό έργο του, το Είναι και χρόνος, το οποίο θα επηρεάσει πολυσχιδώς τη φιλοσοφική σκέψη του προηγούμενου αιώνα. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Αριστοτέλη στις πανεπιστημιακές διαλέξεις και στα συγγράμματα του φιλοσόφου αυτής της περιόδου που αφορούν την πρακτική φιλοσοφία του, την οποία ο Heidegger επιχειρεί να αναμορφώσει και να εντάξει στο δικό του φιλοσοφικό σύστημα, θέτουν το ζήτημα της σχέσης μεταξύ δύο θεμελιωδών ανθρώπινων δραστηριοτήτων: της θεωρίας και της πράξης. Ποιό είναι το περιεχόμενο που θα λάβει τελικά η «πράξη» εντός του χαϊντεγκεριανού πλαισίου; Ποιά είναι η γνήσια σχέση της με την αριστοτελική θεωρία; Η εξέταση της απόπειρας του Heidegger να προβεί σε μια παραβίαση της διάκρισης μεταξύ «θεωρίας» και «πράξης» (ή μεταξύ σοφίας και φρόνησης) και να αναμετρηθεί με την ίδια την ισχύ της αριστοτελικής θέσης, ωθεί σε μια επαναδιερεύνηση της μορφής που λαμβάνει η ως άνω σχέση εντός της ανθρώπινης υπόστασης.
50. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 49
Νικόλαος Προγούλης Παραγωγική και μη παραγωγική VS. χρήσιμη και άχρηστη εργασία
abstract | view |  rights & permissions
Υπάρχουν άχρηστες εργασίες, δηλαδή εργασίες από τις οποίες μια κοινωνία θα μπορούσε να απαλλαχθεί χωρίς καμία επίπτωση στην ομαλή της λειτουργία και την υλική της ευημερία; Σημείο εκκίνησης είναι οι έννοιες της παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας, όπως διατυπώθηκαν από τον Adam Smith και τον Marx. Ωστόσο και για τους δύο αυτούς διανοητές ορισμένες μη παραγωγικές εργασίες μπορεί να είναι για διαφόρους λόγους απαραίτητες. Η έννοια της άχρηστης εργασίας, αν και σχετίζεται με την έννοια της μη παραγωγικής εργασίας, την υπερβαίνει κατά το ότι υποδηλώνει εκείνες τις εργασίες, από τις οποίες μια κοινωνία θα μπορούσε να απαλλαχθεί πλήρως. Η άχρηστη εργασία μπορεί να ανιχνευτεί σε δύο πεδία: α) Σε δραστηριότητες, καθ’ όλα νόμιμες που απλώς ιδιοποιούνται πλούτο που παράγεται από άλλες. Και β) Σε δραστηριότητες που είναι απαραίτητες για την κάλυψη εσωτερικών αναγκών του συγκεκριμένου οικονομικού συστήματος. Κάθε οικονομικό και κοινωνικό σύστημα έχει ανάγκη από κάποιες εργασίες που βοηθούν στην ομαλή αναπαραγωγή του. Μόνο υπό ένα διαφορετικό πρίσμα, εκείνο μιας άλλης, ριζικά διαφορετικής κοινωνίας, το θεωρούμενο χρήσιμο, παραγωγικό, ή ορθολογικό μετατρέπεται σε άχρηστο, μη-παραγωγικό, ανορθολογικό ή σπάταλο. Από την άποψη λοιπόν μιας κοινωνίας, που παράγει όχι για το κέρδος, αλλά για να καλύψει τις ανάγκες των μελών της και όπου μια σχετική ισοκατανομή αποτρέπει την υπερβάλλουσα κατανάλωση εκ μέρους ενός μικρού ποσοστού προνομιούχων, προσπαθούμε να διακρίνουμε τη χρήσιμη από την άχρηστη εργασία