Displaying: 61-70 of 111 documents

0.116 sec

61. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 54
Χαρίλαος Χάρακας Η πολυσήμαντη και πολυλειτουργική έννοια της δικαιοσύνης και η σημερινή της αμηχανία
abstract | view |  rights & permissions
Η δικαιοσύνη στο μυθολογικό στοχασμό, εμφανίζεται με την μορφή των θεοτήτων της Θέμιδος και της Δίκης. Στην ιστορική αρχαιότητα, από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και μετά, η δικαιοσύνη ως «υψίστη αρετή», είναι κεντρικό θέμα της ελληνικής αρετολογικής παράδοσης, που μέσω των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων διατρέχει την βυζαντινή, μεταβυζαντινή και την νεότερη εποχή. Στη σύγχρονη εποχή η δικαιοσύνη έχει κεντρική θέση στον χώρο των αξιών. Προϋποθέτει την αρετή, γιατί γεννιέται στην συνείδηση του ενάρετου ανθρώπου και “εξαντικειμενίζεται”, για να αποτελέσει σταθερό κριτήριο ανθρώπινης δράσης, ατομικής αλλά και κοινωνικής. Στο πάνθεο των αξιών – προσωπικών, κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών – η δικαιοσύνη ως ακριβοδικία ή ως “ισότιμη αντιμετώπιση” (fairness) καλείται να αναλάβει τo ρόλο του “ρυθμιστή της εφαρμογής των αξιών”. Σταθμίζει τις σχέσεις ελευθερίας και ισότητας, η προσφυής αναλογία των οποίων προσφέρει στην Κοινωνία την μέγιστη ωφέλεια. Εξ άλλου, έχει αναγνωριστεί ότι το δίκαιο δεν νοείται ως αξιολογικά ουδέτερο, όπως το έχει οραματιστεί ο νομικός θετικισμός, αλλ’ ότι το εμπνέει και το εμπλουτίζει η ιδέα της δικαιοσύνης μέσω της νομοθεσίας της αλλά και μέσω της Δικαστικής Εξουσίας, κατά την ερμηνεία και απονομή της Δικαιοσύνης. Παρ’ όλη όμως την διαχρονική παρουσία και αναγνώριση της δικαιοσύνης ως υψίστης αρετής και αξίας σήμερα, η εκτροπή των παγκοσμιοποιημένων αγορών, αναστατώνει τις δομές των κοινωνιών, ενώπιον μιάς αμήχανης δικαιοσύνης.
62. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 59
Αγνή Παπαδοπούλου Οπτική εκπαίδευση υπό το πρίσμα των νευροβιολογικών λειτουργιών: Επανεξετάζοντας το ζήτημα της αισθητηριακής αντίληψης και της επενέργειας του νου κατά τον Αριστοτέλη
abstract | view |  rights & permissions
Η συγκεκριμένη εκπαιδευτική έρευνα δράσης πραγματοποιήθηκε σε δομές μη τυπικής εκπαίδευσης (ΣΔΕ) και στη Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (TEI Δυτικής Μακεδονίας) με στόχο την προαγωγή ενός νέου παιδευτικού μοντέλου εντοπισμού αμιγώς οπτικών φορμών και ανάπτυξης ισχυρής πλαστικής σκέψης. Το εφαλτήριο τoυ συγκεκριμένου project είναι η Αριστοτελική σκέψη. Αναλύθηκαν χωρία ή παραθέματα από τα έργα του Αριστοτέλη θέτοντας ερωτήματα που αφορούν τις λειτουργίες της αίσθησης, της μνήμης, της φαντασίας, του νου. Υιοθετείται η άποψη του Αριστοτέλη ότι το βίωμα της προσωπικής εμπλοκής προκαλεί μία ιδιοποίηση της αλήθειας και η διάκριση των δύο μορφών του νου (παθητικός νους και ποιητικός νους) είναι συνώνυμη της διάκρισης μεταξύ βιολογικής λειτουργίας (εγκέφαλος) και ενεργητικής λειτουργίας της σκέψης (εννοιακά εξερχόμενα). Tο αισθησιοκρατικό μοντέλο θεμελιώνεται τόσο νευροφυσιολογικά όσο και κοινωνιολογικά. Σήμερα περισσότερο από ποτέ, σε έναν κόσμο παραγόμενο από προσομοιώσεις, η τέχνη της όρασης πρέπει να προσεγγίζεται αισθητικά και όχι αφηγηματικά, αποβλέποντας στην όξυνση των αισθησιοκρατικών δυνατοτήτων των εκπαιδευόμενων, καθώς επιχειρείται επίσης καλύτερη διαχείριση του οπτικού υλικού. Η οπτική εκπαίδευση επιδιώκει να αποκαθάρει γνωσιακούς τομείς από επενδύσεις με τρέχουσες ιδεολογίες, με πολιτισμικές προκαταλήψεις, με επιβιωτικές πρακτικές και στοχεύει στην αντικειμενικότητα, στην καθαρότητα και στη φυσιολογική αναγκαιότητα.
63. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 59
Regina Argyraki, Ilias Koromilas Όταν οι νευροεπιστήμες συναντούν τη φιλοσοφία: (κρύβουν ένα πρόβλημα κάτω από το χαλί)
abstract | view |  rights & permissions
Οι σκοποί αυτού του άρθρου (που αποτελεί έρευνα εν εξελίξει) είναι δύο: α) Να προκρίνει ένα αισθησιοκρατικό μοντέλο εκπαίδευσης που να βασίζεται σε νευροεπιστημονικά δεδομένα, έναντι ενός παρωχημένου εννοιοκρατικού που βασίζεται στη φιλοσοφία της γλώσσας. Ο βασικός λόγος είναι το γεγονός ότι παρατηρείται διάσταση μεταξύ της εκτεταμένης χρήσης των εννοιοκρατικών κυρίαρχων εξισορροπήσεων που εφαρμόζονται στην εκπαίδευση, ενώ το zeitgeist του εικοστού αιώνα περιγράφεται ως Εποχή των Εικόνων και καθώς ο πολιτισμός μας χαρακτηρίζεται ήδη ως Οπτικός. Επομένως, οι εκπαιδευόμενοι (μέλη διαφορετικών πολιτισμικών υποομάδων) πρέπει να αντιμετωπίσουν μιαν εσωτερική αντίφαση στο μεταμοντέρνο περιβάλλον των μεγα-αστικών υποδοχέων στους οποίους συνωθούνται: είναι καθημερινά δέκτες από ένα τεράστιο κύμα ανιεράρχητης οπτικής πληροφορίας από κάθε είδους δίαυλο επικοινωνίας, δίχως όμως να είναι κατάλληλα εξοπλισμένοι έτσι, ώστε να είναι σε θέση να την κατηγοριοποιήσουν, να την ταξινομήσουν και να την εκτιμήσουν. Κυρίως όμως, δεν μπορούν να διαχειριστούν την ανάδυση της συνείδησης, του μόνου νοητικού φαινομένου πρώτης τάξης και του κατ’ εξοχήν που χαρακτηρίζει το κυρίαρχο βιολογικό είδος. β) Να καταδείξει την ανάγκη νευροεπιστημονικού προσδιορισμού της συνείδησης και τις πιθανές του κατευθύνσεις, καθώς οι απόπειρες εξαφάνισης του όρου από τα νευροεπιστημονικά δεδομένα, κατέληξαν εντελώς ανεπιτυχείς και αδέξιες.
64. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 6
Κλείτος Ιωαννίδης Πλατωνική Πατερική διανόηση (Νύσσης Γρηγόριος)
abstract | view |  rights & permissions
Όταν καταπιάστηκαν οι χριστιανοί συγγραφείς με τη λογική οικοδομή της πίστης, γρήγορα κατάλαβαν το χρέος τους να απομακρύνουν από το έργο τους κάθε υποκειμενισμό, να συλλάβουν τη θρησκευτική ουσία με κάθε δυνατή αντικειμενικότητα. Γι’ αυτό το λόγο προσέφυγαν στην Ελληνική σκέψη που διέθετε για αυτό της το έργο όχι μόνο άφθονο υλικό, αλλά και τις επιστημονικές μεθόδους, τα όπλα της λογικής. Η ύψιστη αυτή ανάγκη των Πατέρων τους οδήγησε στον Πλατωνισμό, δηλαδή στη μελέτη των έργων του Πλάτωνος και των Νεοπλατωνικών, όπως του Πλωτίνου, του Πορφύριου και του Πρόκλου, χωρίς φυσικά να αγνοήσουν τον Αριστοτέλη, τους Στωικούς και άλλους σημαντικούς εκπροσώπους της ελληνικής σκέψης. Εδώ βρίσκεται το μεγαλείο της γόνιμης συνάντησης της χριστιανικής με την ελληνική σκέψη. Και δεν είναι τυχαίο που ο Κλήμης Αλεξανδρείας θεωρεί ότι υπάρχουν στην Εκκλησία δύο Παλαιαί Διαθήκαι, η των Ελλήνων και η των Εβραίων, και οι δύο παιδαγωγοί εις Χριστόν. Και ο Ιουστίνος ο μάρτυς ο φιλόσοφος, μαθητής του αρχαίου λόγου και της θύραθεν σοφίας, θεωρεί ότι όσα είναι καλώς ειρημένα ανήκουν στους χριστιανούς. Καταφεύγοντας σ’ έναν Πλατωνικό φιλόσοφο λέγει: «εφοιτούσα, όσο πιο συχνά μπορούσα κι έτσι έκαμα προόδους. Κάθε μέρα προχωρούσα όλο και περισσότερο. Η κατανόηση των ασωμάτων όντων με αιχμαλώτιζε σε ύψιστο βαθμό. Η θεωρία των ιδεών έδιδε φτερά στο πνεύμα μου, τόσο που μέσα σε λίγο καιρό πίστεψα πως είχα γίνει σοφός! Ήμουν μάλιστα αρκετά ανόητος, ώστε να ελπίζω ότι θα έβλεπα τον Θεό, γιατί αυτός είναι ο σκοπός της φιλοσοφίας του Πλάτωνος». Άλλωστε και ο Κλήμης Αλεξανδρείας και αυτός σπουδαστής ενδελεχής του αρχαίου λόγου, ομιλώντας για το θείο γνόφο, στον οποίο εισήλθε ο Μωυσής, ακολουθώντας την αλληγορική οδό της Αλεξανδρινής σχολής, θα μας πει ότι αντιστοιχεί με τις άρρητες και αειδείς ιδέες του όντος, γιατί ο Θεός βέβαια δεν βρίσκεται εν σκότει ή εν τόπω, αλλά πέρα από τον τόπο και από τον χρόνο και από την ποιότητα των όντων. Οι άρρητες και αειδείς ιδέες είναι Πλατωνική ανακάλυψη και Πλατωνική φιλοσοφική διατύπωση. Έτσι ο ελληνισμός δεν πέθανε τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, έστω και αν ο φανατισμός δολοφόνησε, κατακρεουργώντας την πανέμορφη φιλόσοφο και μαθηματικό Υπατία στην Αλεξάνδρεια. Πέθανε κάποια μορφή ελληνισμού, αφού επέτρεψε την αφομοίωσή του από τα καινούργια πνευματικά ρεύματα, τα οποία εξελλήνισε και γονιμοποίησε δημιουργικά στη συνέχεια, παραμένοντας σωστός και ακέραιος πνευματικά έναντι του πνεύματος του ανθρώπου και του συνειδητού εαυτού του. Ο ελληνισμός, ως λόγος και ως σκέψη, απορροφημένος από τους Έλληνες Πατέρες, οι οποίοι σπουδάζουν στην Αθήνα (Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Ναζιανζηνός), στην Αντιόχεια (Ιωάννης Χρυσόστομος), στην Αλεξάνδρεια (Κλήμης, Ωριγένης, Μ. Αθανάσιος κ.ά.) από τον Β΄ κιόλας αιώνα συντηρείται με τα πιο έντονα στοιχεία του εντός του χριστιανισμού (μέθοδος διαλεκτική, θεωρία, ενατένιση, απομάκρυνση από τα αισθητά, λόγος και έκσταση), αλλά και με την αλληγορική μέθοδο (σπήλαιον της Πολιτείας του Πλάτωνος, υπερουράνιος τόπος και υπερουράνια κίνηση, Φαίδρος, πνευματική γεωγραφία Φαίδωνος, δημιουργός του Τιμαίου, Αριστοτέλης, Στωικοί, Πλωτίνος και νεοπλατωνισμός, Ιάμβλιχος και μυστήρια (θεουργία) και άλλα πολλά, όπως Βάκχαι Ευριπίδου (πρβλ. π. Festugiere, Jean Danielou, Nock, Β. Ν. Τατάκη). Η ελληνική σκέψη, με τους εκλεκτούς εκπροσώπους της και επικεφαλής τον Πλάτωνα ασκεί και προπαρασκευάζει τον χριστιανό υποψήφιο προς την αλήθεια. Έτσι τα πολύτιμα σπέρματα των Εθνικών, όπως τα αποκαλούσε ο Ιουστίνος, συνταιριάζονται και εναρμονίζονται με την αποκάλυψη του Θεού που γίνεται εν Χριστώ Ιησού, και με την χάρη του Παναγίου Πνεύματος, όπως εμφανίζεται δυναμικά και πύρινα στο ιερό υπερώο των Ιεροσολύμων την άγια ημέρα της Πεντηκοστής. Φυσικά, φώτα ελληνικά αποτελούν την έναρξη της οδού προς την Αλήθεια και την ολοκλήρωση αυτού του δύσκολου και σταυρικού δρόμου προς τη θεία Αποκάλυψη. Με τη δύναμη του Τριαδικού Θεού και με τη συνέργεια του Αγίου Πνεύματος, ως δύναμης εξ ύψους, μπορεί ο αγωνιστής χριστιανός να σωθεί και από την Σωκρατική αυτογνωσία (ο άσωτος υιός ήλθε εις εαυτόν και αναστάς επέστρεψε προς τον Πατέρα, οδηγήθηκε προς τη θεογνωσία και το μυστήριο του Θεού). Οδύσσεια και η μία οδός, Οδύσσεια και η άλλη. Και στις δύο περιπτώσεις ο πιστός χρειάζεται το φως του Ευαγγελίου και τη θεία χάρη.
65. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 6
Jan Zozulak Η επιρροή της βυζαντινής σκέψης στο σχηματισμό της πολιτιστικής ταυτότητας των Σλάβων στη Μεγάλη Μοραβία
abstract | view |  rights & permissions
Η πρώτη επαφή της βυζαντινής φιλοσοφίας με την περιοχή της Μεγάλης Μοραβίας σχετίζεται με τη χριστιανική ιεραποστολή των αδελφών Κωνσταντίνο Φιλόσοφο και Μεθόδιο. Προκειμένου να διευκολύνουν την προσέγγισή τους προς τους Σλάβους, ο Κωνσταντίνος επινόησε το γλαγολιτικό αλφάβητο. Έτσι βοήθησε τους Σλάβους να αναπτύξουν τον πολιτισμό και τη φιλοσοφία τους, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για τη μετέπειτα εξέλιξη της φιλοσοφικής σκέψης των Σλάβων. Φαίνεται ότι στην αρχή της φιλοσοφικής σκέψης των Σλάβων βρίσκεται ο ορισμός της φιλοσοφίας του Κωνσταντίνου Φιλοσόφου. Ο σχηματισμός της φιλοσοφικής σκέψης του Κωνσταντίνου βασίζεται στη χριστιανοθεολογική παράδοση. Με το έργο του αναπτύσσονται οι σκέψεις της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινοχριστιανικής φιλοσοφίας στη Μεγάλη Μοραβία. Το ζήτημα της επιρροής της βυζαντινής φιλοσοφίας στην ανάπτυξη του πολιτισμού των Σλάβων χρειάζεται βαθιά εξερεύνηση, επειδή ο Κωνσταντίνος και ο Μεθόδιος δεν περιορίστηκαν μόνο στη μετάδοση της χριστιανικής πίστης, αλλά φρόντισαν να τη μεταλαμπαδεύσουν στους σλαβικούς λαούς και στο βυζαντινό πολιτισμό. Οι Σλαβικοί λαοί εξαιτίας της επαφής τους με τη βυζαντινή παράδοση με την οποία ανατράφηκαν, κατόρθωσαν να αποκτήσουν την εθνική και πολιτιστική τους ταυτότητα. Από το 2001 στη Σλοβακία ξεκίνησε μία προσπάθεια για την έρευνα της βυζαντινής φιλοσοφίας στο πλαίσιο των σχέσεων του βυζαντινού πολιτισμού και της σημερινής ευρωπαϊκής σκέψης.
66. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 6
Ηλίας Τεμπέλης «Ὁ διάλογος κόσμος ἐστὶν καὶ ὁ κόσμος διάλογος»: Η πρώιμη βυζαντινή θεωρία της αντιστοιχίας μεταξύ πλατωνικών διαλόγων και κοσμικής πραγματικότητας
abstract | view |  rights & permissions
Στη Νεοπλατωνική Σχολή της Αλεξάνδρειας στα τέλη του 6ου αιώνα ο ανώνυμος Χριστιανός (αμφίβολο) συγγραφέας των Προλεγομένων τῆς Πλάτωνος φιλοσοφίας προχώρησε σε μία μάλλον ολοκληρωμένη καταγραφή της θεωρίας περί της αμοιβαίας αντιστοιχίας μεταξύ των στοιχείων των πλατωνικών διαλόγων και των στοιχείων και αιτίων κάθε κοσμικής πραγματικότητας. Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία ο σχολιαστής κάθε πλατωνικού διαλόγου πρέπει να στρέφει την προσοχή του στην αντιστοιχία των στοιχείων του (πρόσωπα - χρόνος και τόπος, χαρακτήρ, τρόπος τῆς συνουσίας, ἀποδείξεις, πρόβλημα και ἀγαθόν) τόσο προς τα έξι στοιχεία του σύμπαντος (ὕλη, εἶδος, φύσις, ψυχή, νοῦς και θεός), όσο και προς τα έξι αί-τια κάθε κοσμικής πραγματικότητας (ὑλικόν, εἰδικόν, ποιητικόν, ὀργανικόν, παραδειγματικόν και τελικόν). Ως προς αυτήν τη θεωρία, ο ανώνυμος συγγρα-φέας των Προλεγομένων στηρίζεται σε κάποιον βαθμό σε σχόλια του Πρόκλου σε πλατωνικούς διαλόγους. Έτσι η θεωρία είναι τυπικά νεοπλατωνική, αφού βασίζεται στην αναλογία και την οντολογική ιεραρχία. Θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί και ως παιδαγωγική στρατηγική, η οποία επέτρεπε στα μέλη της Σχολής της Αλεξάνδρειας αρχικά να κατανοούν τις αναλογίες των στοιχείων των πλατωνικών διαλόγων προς τα στοιχεία και τα αίτια του υλικού και του μεταφυσικού κόσμου και, πιο σημαντικό, να αντιλαμβάνονται την πλατωνική διδασκαλία.
67. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 6
Στυλιανή Ν. Καργιώτη Αυτοκαθορισμός και πρόνοια: Αναφορά στο Δαμασκηνό και στο Βοήθιο
abstract | view |  rights & permissions
Ο άνθρωπος συνηθίζει να ζη μέσα στο πλέγμα μιας ψευδούς συνείδησης. Επειδή ο κόσμος είναι πολύπλοκος, η πιο λογική θέση είναι να παραδεχτούμε ότι εντός του ανθρώπου υπάρχουν περισσότερα από ένα στρώματα διαθέσεων, εστίες στοχασμών και κέντρα αποφάσεων. Όταν ενεργοποιείται το ένα, τα άλλα δεν αχρηστεύονται, αλλά βρίσκονται παροπλισμένα σε λανθάνουσα κατάσταση και περιμένουν την ώρα τους. Όμως ο άνθρωπος αποτελείται και από τα ενεργά και από τα λανθάνοντα αυτά στοιχεία που δεν έχουν ακόμα ενεργοποιηθεί ή δεν πρόκειται ποτέ να ενεργοποιηθούν. Έτσι ο άνθρωπος που πλανάται απομακρύνεται από το Θεό και αγνοεί την τάξη του κόσμου. Εξαιτίας αυτής της άγνοιας καταφεύγει αβίαστα σε λανθασμένες ερμηνείες των συμβαινόντων. Η παρούσα ανακοίνωση χρησιμοποιεί περιορισμένα τις θέσεις του Δαμασκηνού και του Βοηθίου ως «επίβασιν» - για να θυμηθούμε τον Πλάτωνα - προκειμένου να προχωρήσει στη συγκρότηση μιας προβληματικής για τον αυτοκαθορισμό και την πρόνοια. Ειδικότερα, θα υποστηριχτεί ότι οι πράξεις του ανθρώπου κυβερνώνται αφ’ εαυτών και δεν εξαρτώνται από έναν κατευθυντήριο μοχλό της τύχης, δηλαδή από μια αλυσίδα αιτίων ακούσιων ή απροσδόκητων. Εν συνεχεία θα εξετασθεί η σχέση Θεού και πρόνοιας, όπου θα δειχτεί πως ο παντογνώστης Θεός, ως το ύψιστο αγαθό, εσωκλείει την αγάπη και απεμπολεί το κακό, χωρίς να αίρει την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης.
68. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 61
Σοφία Σιμιτζή Η φιλοσοφική θεματοποίηση του μυστικισμού στον William James
abstract | view |  rights & permissions
Στο πλαίσιο του δαρβινισμού του 19ου αιώνα ο W. James φαίνεται να επηρεάζεται έντονα από μια βιολογική προσέγγιση. Η τελεολογική αντίληψη του James για το νου και η υπεροχή που αποδίδει στη δράση κάνει την εμφάνισή της, περιορίζοντας τη σημασία των πνευματικών αναζητήσεων. Έτσι φαίνεται να παρουσιάζει την ανθρωπότητα ιδιαίτερα κινητοποιημένη από την ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών και των πρακτικών στόχων. Ο ριζοσπαστικός του εμπειρισμός αποτελεί μια προσπάθεια να αναλυθεί η φύση της πραγματικότητας σε ένα φιλοσοφικό επίπεδο, το οποίο θα αποκαλύπτει τη σημασία της γνήσιας εμπειρίας. Πρόθεσή του δεν είναι να αγνοήσει τις ρεαλιστικές πραγματικότητες της κοινής λογικής που περιγράφονται στη συνήθη γλώσσα, αλλά να διαφωτίσει τη σκοτεινή πλευρά τους και να τοποθετήσει αυτές στο πλαίσιο μιας οντολογικής θεωρίας. Εν ολίγοις ο,τιδήποτε πραγματικό πρέπει κατά κάποιον τρόπο να βιωθεί και ό,τι βιώνεται πρέπει με κάποιον τρόπο να είναι πραγματικό. Σύμφωνα με τη θεωρία περί του πεδίου του James, οι μυστικιστικές εμπειρίες είναι αποτέλεσμα των φυσικών και των υπερφυσικών σχέσεων. Όχι μόνο δεν μας παρουσιάζουν «υποβλητικές» πληροφορίες για τη δομή της καθημερινής πραγματικότητας, αλλά μας παρέχουν ενδιαφέροντα στοιχεία για την υποτιθέμενη ύπαρξη της αοράτου τάξης του εαυτού μας και της πραγματικότητας, έχοντας ως θεμελιώδη ουσία τη ροή της εμπειρίας και το ρεύμα αυτής της σκέψης. Αντλώντας από τη συγγραφή των μυστικιστών, ο James χαρακτηρίζει τη μυστικιστική εμπειρία ως άρρητη, ως μια νοερή ποιότητα και ως παροδική και παθητική, η οποία μπορεί και πρέπει να περιορίζει τη δεδομένη νατουραλιστική μας αντίληψη για όλα τα πράγματα.
69. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 62
Δημήτριος Σ. Πατέλης Πτυχές του δια της πληροφορικοποίησης εκφυλισμού της έρευνας επί κεφαλαιοκρατίας
abstract | view |  rights & permissions
Στην ανακοίνωση1 εξετάζονται ορισμένες τάσεις που εκδηλώνονται στην επιστημονική δραστηριότητα, ως αποτέλεσμα των οποίων η πληροφορία αποσπάται από τη γνωστική διαδικασία και λειτουργεί ως αυταξία, σε αντιδιαστολή με την πραγματική σημασία της και την αυθεντική γνώση. Έτσι, η προσοχή επικεντρώνεται στην τεχνολογία κωδικοποίησης-αποκωδικοποίησης της πληροφορίας. Αυτή η τάση συνδέεται με την θριαμβευτική επιβολή ποικίλων επιστημομετρικών, βιβλιομετρικών κ.ο.κ. δεικτών, και τη συνακόλουθη εκθετική αύξηση της παραγωγής-προαγωγής επιστημονικών δημοσιεύσεων. Δεδομένου ότι η ταχύτητα πρόσληψης και αντίδρασης στην πληροφορία είναι αντιστρόφως ανάλογη του βάθους και της κριτικής επεξεργασίας της, εξυπακούεται ότι και οι δυνατότητες αποκωδικοποίησης, γενίκευσης και διακρίβωσης της πραγματικής συμβολής μιας εκάστης των δημοσιεύσεων στην προαγωγή της πραγματικής έρευνας, είναι νομοτελώς αντιστρόφως ανάλογες του όγκου και των ρυθμών αύξησής τους. Η ίδια η αλήθεια μετατοπίζεται από την αναφορά στο μέρος του επιστητού που συνιστά το γνωστικό αντικείμενο, στο καθ’ ύλην αρμόδιο θεσμικό συλλογικό υποκείμενο, τα κριτήρια του οποίου ανάγονται πρακτικά στο δίκτυο καταχώρησης και αναγνώρισης της σχετικής πληροφορίας, ενώ ο επιστήμονας υποβαθμίζεται σε τεχνολόγο, εξειδικευμένο στη χρήση τεχνικών προσπορισμού νέων επιστημονικών γεγονότων και δεδομένων, ή στην επιτήδειο επιλεκτική εμπλοκή σε συγκυριακά δημοφιλείς θεματικές, που του διασφαλίζουν ευάριθμες δημοσιεύσεις, αναφορές, αναγνώριση, κ.ο.κ. Η “έρευνα” ανάγεται συχνά σε επιστημονικοφανείς λεκτικοποιήσεις παραστάσεων, σε διαχείριση του λόγου (του κειμένου), σε συνειρμικές (ή και ασυνάρτητες) αναφορές και “θεματοποιήσεις”, σε “πλαισιώσεις” και ”αναπλαισιώσεις” κατά το δοκούν, κ.ο.κ. εντός ενός τελετουργικά προσδιορισμένου πλαισίου βερμπαλισμών και λεξιλαγνείας. Η υπέρβασή αυτού του καταστροφικού αδιεξόδου είναι εφικτή μόνο στην κατεύθυνση του αγώνα για αυθεντικά επιστημονική θεωρία, μεθοδολογία και στάση ζωής, βάσει της λογικής του γνωστικού αντικειμένου και των πραγματικών αναγκών της ανθρωπότητας.
70. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 67
Νικήτας Αλιπράντης Yφή των σχέσεων φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας και ο κοινωνιολογισμός
abstract | view |  rights & permissions
Οι σχέσεις φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας συνδέονται με τις διαφορές του αντικειμένου και της μεθόδου, οι οποίες καθορίζονται κατ’ ανάγκην από τις θεωρήσεις των κοινωνιολόγων. Συνεπώς η μόνη οδός για να προσδιορισθούν οι σχέσεις τους είναι η κατάρτιση μιας τυπολογίας με βάση την σχηματική ταξινόμηση των κοινωνιολογικών θεωρήσεων, ατομικών ή συλλογικών (σχολών). Λόγω της τεράστιας ποικιλίας των τελευταίων, μόνον ως απόπειρα μιας μερικής τυπολογίας μπορεί να νοηθεί η παρούσα εισήγηση. Με αυτό το δεδομένο μπορούν ενδεικτικά να κατηγοριοποιηθούν οι σχέσεις σε πέντε ομάδες: 1) σύμπτωση (συνύπαρξη) κοινωνιολογίας και φιλοσοφίας στο ίδιο πρόσωπο (G. Simmel, σχολή της Φρανκφούρτης), 2) αβαθής φιλοσοφική βάση στην πρώιμη εξελικτική κοινωνιολογία (A. Comte, H. Spencer), 3) συγκεκριμένες αλλά διαφοροποιημένες επιδράσεις της φιλοσοφίας στην κοινωνιολογία (επιλεκτική αναφορά: F. Tönnies, M. Weber), 4) επαμφοτερίζουσα και προβληματική σχέση του θετικιστικού εμπειρισμού με τη φιλοσοφία· εν προκειμένω μπορούν να διακριθούν σχηματικά οι εξής εκφάνσεις: α) αίτημα ανεξαρτησίας από τη φιλοσοφία (E. Durkheim, V. Pareto), β) απόπειρα σύνθεσης των αντιθετικών κατευθύνσεων, ιδεαλιστικής–θετικιστικής (T. Parsons), γ) πραγματιστικές και ψυχολογικές καταβολές του αμερικανικού συμπεριφορισμού – και συναφώς του δομολειτουργισμού – και ακραίος εμπειρισμός (κοινωνιολογισμός), τέλος 5) η κατά βάση νιτσεϊκής επίδρασης άρνηση της κοινωνιολογίας στο μεταμοντερνισμό (J. F. Lyotard, J. Baudrillard, κ.ά.).