Displaying: 71-80 of 129 documents

0.166 sec

71. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 50
Γενοβέφα Παπαδήμα Άγνοια και γνώση: Μια κατασκευασιοκρατική προσέγγιση της σωκρατικής θεωρίας για τη μάθηση
abstract | view |  rights & permissions
Η παρούσα ανακοίνωση εξετάζει τη σχέση μεταξύ του κονστρουκτιβισμού (κατασκευασιοκρατίας) και της σωκρατικής παιδαγωγικής. Συγκεκριμένα εξετάζει, αν ένας δάσκαλος που είναι οπαδός της σωκρατικής παιδαγωγικής, μπορεί ταυτόχρονα να είναι και κονστρουκτιβιστής. Στο πρώτο μέρος της ανακοίνωσης γίνεται μια εννοιολογική αποσαφήνιση της θεωρίας του κονστρουκτιβισμού ως θεωρία μάθησης, καθώς και της σωκρατικής παιδαγωγικής. Στη συνέχεια ερευνάται το κατά πόσον η σωκρατική παιδαγωγική και ο κονστρουκτιβισμός μπορούν να συνυπάρξουν και να αλληλοσυμπληρωθούν. Μάλιστα γίνεται μια προσπάθεια αναζήτησης των κοινών συντεταγμένων μεταξύ τους, αλλά ταυτόχρονα εντοπίζονται και ορισμένα σημεία εκ διαμέτρου αντίθετα. Η ανακοίνωση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η σωκρατική παιδαγωγική είναι ο προπομπός του κονστρουκτιβισμού και ότι τα πρώτα ίχνη αυτής της σύγχρονης θεωρίας της μάθησης κρύβονταν στους πλατωνικούς διαλόγους.
72. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 50
Α. Θεοδωρίδης, Π. Καρακατσάνης, Π. Αναστασιάδης Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου ως κοινωνικοπολιτικό αίτημα και ο παιδευτικός τόπος άρθρωσης και διασφάλισής της
abstract | view |  rights & permissions
Ενώ στον αρχαιοελληνικό και ρωμαϊκό πολιτισμό προσδίδεται στον όρο «αξιοπρέπεια» ένα νοηματικό περιεχόμενο που έχει, ως επί το πλείστον, χαρακτήρα ηθικό, χαρακτηρίζοντας αποκλειστικά πρόσωπα δημόσια, από τον Kant και εφεξής η έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αποτελεί τον σηματωρό των περιεχομένων μιας δημοκρατικής έννομης τάξης και·παραπέμπει στα δικαιώματα, δηλαδή εκείνα που οφείλουν να ασκούν οι πολίτες μιας πολιτικής κοινότητας. Η καντιανή αυτή σύνδεση του ζητήματος της αξιοπρέπειας του ανθρώπου με το πρόβλημα της συστατικής θέσης της πολιτικής κοινότητας (και του κεντρικού ρεύματος της παράδοσης που ακολουθεί) έχει να αντιμετωπίσει μια διπλή δυσκολία: πρώτον, ότι η πολιτική κοινότητα στην οποία αναφέρεται συγκροτείται από τον τύπο του δυτικού πολίτη· δεύτερον, ότι οφείλει να λαμβάνει πάντα υπ’ όψη της το γεγονός πως την αξιοπρέπεια του ανθρώπου θα μπορούσε εν τέλει να τη διασφαλίσει η ίδια η ανθρωπότητα ως συγκροτούσα ένα συντεταγμένο και ενιαίο πολιτικό υποκείμενο. Εξίσου όμως η καντιανή αυτή απαίτηση υποθηκεύεται, ως προς την οπτική της θεμελίωσής της, τόσο σε έναν μεταφυσικό περιορισμό όσο και σε μια ιδεολογία. Στην πρώτη περίπτωση αναφερόμαστε στην ανάγκη θεμελίωσης της αξιοπρέπειας του ανθρώπου στη ratio, ενώ στη δεύτερη περίπτωση αναφερόμαστε στην ιδεολογία της προόδου, η οποία κατακυριάρχησε στο σύγχρονο δυτικό κόσμο. Η έξοδος από τις δυσκολίες αυτές δεν θα μπορούσε να είναι εύκολη. Ωστόσο, και μάλιστα στην προοπτική της αναζήτησης του παιδευτικού τόπου άρθρωσης και διασφάλισής της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο τόπος αυτός δεν είναι εκείνος μιας φιλοσοφικής θέσης, αλλά μιας πολιτικής ιδέας που αφορά τη θέσμιση της κοινωνίας ως πολιτικής κοινότητας και αντιστοίχως ενός πολιτικού βούλεσθαι.
73. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 50
Παύλος Περπερίδης Κριτική θεωρία και πολιτική εκπαίδευση
abstract | view |  rights & permissions
Μια σύγχρονη θεωρία της πολιτικής παιδείας οφείλει να διερευνήσει και να θεματοποιήσει εντός της εκπαίδευσης κινητήριους μηχανισμούς δημιουργίας και αναπαραγωγής «πρακτικών» χειραφέτησης και κοινωνικής αλληλεγγύης. Με αφετηρία αυτήν την κριτική χαμπερμασιανή διάγνωση της μοντέρνας κοινωνίας θα καταδείξουμε τις δυνατότητες που έχει η πολιτική στο βαθμό που ακόμη μπορεί να διαμορφώνει το εκπαιδευτικό σύστημα, δηλαδή να εισαγάγει και να ενδυναμώσει τις μορφές της διυποκειμενικής ρύθμισης, οι οποίες αφορούν «βιοκοσμικά αποθέματα», όπως τη συνεννόηση, τη συνεργασία και την αλληλεγγύη εντός του πεδίου της διαπαιδαγώγησης. Η κρίση του πολιτικού και της πολιτικής πρέπει να κατανοηθεί μάλλον ως μια πρόκληση για τον επαναπροσδιορισμό της πολιτικής. Όμως ο εκσυγχρονισμός των συστημικών μηχανισμών που εκφράζεται με την υπερανάπτυξη των υποσυστημάτων της οικονομίας και της διοίκησης, που στηρίζονται στα «διευθυντικά» μέσα του χρήματος και της εξουσίας, διαβρώνει τις συμβολικές και τις «επικοινωνιακές δομές» του βιοκόσμου της εκπαίδευσης. Γι’ αυτόν το λόγο η σύγχρονη κριτική θεωρία της πολιτικής παιδείας στο πλαίσιο αυτού του αναδυόμενου μεταμοντέρνου πολιτικού πλουραλισμού καλείται, έχοντας ήδη αρθρώσει έναν κριτικό λόγο για την τεχνική, εκμεταλλευόμενη τις δυνατότητες των ηλεκτρονικών μέσων (ΜΜΕ, διαδίκτυο), να συμβάλει στην ανάδειξη, στην υποστήριξη και στην περαιτέρω ενδυνάμωση των ήδη εκπεφρασμένων τοπικών εκπαιδευτικών δράσεων.
74. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 51
Μαρία Αδάμ H ανοχή ως όρος και όριο της ανθρώπινης συνθήκης
abstract | view |  rights & permissions
Δομικό στοιχείο της ανθρώπινης συνείδησης, η ανοχή χρησίμευσε στην διαδρομή της ιστορίας, ως σύμφωνο συμβίωσης ατόμων, ομάδων ή τάξεων ανόμοιας κοινωνικοπολιτικής ισχύος και υιοθετήθηκε ως θέση ανάγκης ή ιδιοτέλειας στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού. Πίσω όμως από την περιπτωσιακή αποσπασματικότητα, η ανοχή δεν είναι μια παθητική, άκριτη ή υπολογιστική στάση αποδοχής αλλότριων ιδεών ή καταστάσεων. Είναι αντίθετα μια ενεργητική στάση της πολυδιάστατης ανθρώπινης φύσης. Ως άτομο, μέλος μιας κοινωνικής ομάδας και εκπρόσωπος του είδους, ο άνθρωπος, μέσα από την ανοχή, αναγνωρίζει και συνειδητοποιεί τη διαλεκτική φύση του, την πολυπλοκότητα του εσωτερικού μικρόκοσμου, της ατομικές και συλλογικές πραγματικότητες, του σταθμητούς και αστάθμητους παράγοντες της πορείας του. Έχοντας μία ευρεία καθοριστική δυναμική, όταν δεν φτάνει στην αλλοτρίωση, η ανοχή είναι όρος καθοριστικός της ανθρώπινης συνθήκης. Αναγνωρίζει τα προβλήματα, ακολουθεί τις αλληλεξαρτήσεις και τις συγκρούσεις τους, τα τροφοδοτεί και τα υπερβαίνει. Στηρίζει την ενότητα μέσα από τη διαφορετικότητα, την πολλαπλότητα του ενός όσο και την ενότητα μέσα από την πολλαπλότητα. Όταν η ανοχή στηρίζει την αντοχή της στην αυτογνωσία και στη δίκαιη εκτίμηση, οδηγεί στη λειτουργική ενότητα των μερών και στην απώτερη σύνθεσή τους στο Όλο. Στην σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης, η ανοχή είναι όρος απαραίτητος για τη θεμελίωση της γήινης υπηκοότητας και τη δημιουργική ενότητα των ανθρώπων εντός της πλανητικής κοινότητας.
75. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 53
Εμμανουήλ Β. Περάκης Νόημα και αναφορά των κυρίων ονομάτων
abstract | view |  rights & permissions
Στην εργασία αυτή θα εξετάσουμε κατά πόσον τα κύρια ονόματα έχουν νόημα και αναφορά (sense and reference). Η αναφορά ενός ονόματος είναι το αντικείμενο στο οποίο αυτό το όνομα αναφέρεται, ενώ το νόημα ενός ονόματος είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτό το όνομα αναφέρεται στο αντικεί-μενο αυτό. Υπάρχουν διάφορες θεωρίες που εξετάζουν αυτό το ζήτημα. Κατά τον J. S. Mill τα κύρια ονόματα είναι καθαρά αναφορικά. Σύμφωνα με την περιγραφική θεωρία του Gotlob Frege το νόημα και η αναφορά των κυρίων ονομάτων προσδιορίζονται στην πράξη από μια καθοριστική περιγραφή (defi-nite description). Σύμφωνα με την ‘ομαδική’ (cluster) θεωρία (J. Searle) το νόημα και η αναφορά των ονομάτων προσδιορίζονται στην πράξη από μια ομάδα περιγραφών. Επίσης υπάρχει η αιτιακή (causal) θεωρία των κυρίων ονομάτων (Kripke, Evans) στις διάφορες παραλλαγές της που είναι κατά κά-ποιον τρόπο επιστροφή στην θεώρηση του Mill και σύμφωνα με την οποία τα κύρια ονόματα είναι καθαρά αναφορικά. Κατά την αιτιακή θεωρία θα πρέπει να υπάρχει κάποια (γνωστή ή άγνωστη) αιτιακή αλυσίδα που συνδέει το όνομα με το αντικείμενο στο οποίο αναφέρεται, ενώ δεν θα έπρεπε να μας διαφεύγει και ο ρόλος που διαδραματίζει το κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου χρησιμοποιούμε τα ονόματα. Καμιά από τις θεωρίες αυτές δεν είναι πλήρης, όμως συνδυαστικά μπορούν να συντελέσουν στον πρακτικό προσδιορισμό του νοήματος και της αναφοράς των κυρίων ονομάτων.
76. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 54
Χαρίλαος Χάρακας Η πολυσήμαντη και πολυλειτουργική έννοια της δικαιοσύνης και η σημερινή της αμηχανία
abstract | view |  rights & permissions
Η δικαιοσύνη στο μυθολογικό στοχασμό, εμφανίζεται με την μορφή των θεοτήτων της Θέμιδος και της Δίκης. Στην ιστορική αρχαιότητα, από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και μετά, η δικαιοσύνη ως «υψίστη αρετή», είναι κεντρικό θέμα της ελληνικής αρετολογικής παράδοσης, που μέσω των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων διατρέχει την βυζαντινή, μεταβυζαντινή και την νεότερη εποχή. Στη σύγχρονη εποχή η δικαιοσύνη έχει κεντρική θέση στον χώρο των αξιών. Προϋποθέτει την αρετή, γιατί γεννιέται στην συνείδηση του ενάρετου ανθρώπου και “εξαντικειμενίζεται”, για να αποτελέσει σταθερό κριτήριο ανθρώπινης δράσης, ατομικής αλλά και κοινωνικής. Στο πάνθεο των αξιών – προσωπικών, κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών – η δικαιοσύνη ως ακριβοδικία ή ως “ισότιμη αντιμετώπιση” (fairness) καλείται να αναλάβει τo ρόλο του “ρυθμιστή της εφαρμογής των αξιών”. Σταθμίζει τις σχέσεις ελευθερίας και ισότητας, η προσφυής αναλογία των οποίων προσφέρει στην Κοινωνία την μέγιστη ωφέλεια. Εξ άλλου, έχει αναγνωριστεί ότι το δίκαιο δεν νοείται ως αξιολογικά ουδέτερο, όπως το έχει οραματιστεί ο νομικός θετικισμός, αλλ’ ότι το εμπνέει και το εμπλουτίζει η ιδέα της δικαιοσύνης μέσω της νομοθεσίας της αλλά και μέσω της Δικαστικής Εξουσίας, κατά την ερμηνεία και απονομή της Δικαιοσύνης. Παρ’ όλη όμως την διαχρονική παρουσία και αναγνώριση της δικαιοσύνης ως υψίστης αρετής και αξίας σήμερα, η εκτροπή των παγκοσμιοποιημένων αγορών, αναστατώνει τις δομές των κοινωνιών, ενώπιον μιάς αμήχανης δικαιοσύνης.
77. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 59
Αγνή Παπαδοπούλου Οπτική εκπαίδευση υπό το πρίσμα των νευροβιολογικών λειτουργιών: Επανεξετάζοντας το ζήτημα της αισθητηριακής αντίληψης και της επενέργειας του νου κατά τον Αριστοτέλη
abstract | view |  rights & permissions
Η συγκεκριμένη εκπαιδευτική έρευνα δράσης πραγματοποιήθηκε σε δομές μη τυπικής εκπαίδευσης (ΣΔΕ) και στη Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (TEI Δυτικής Μακεδονίας) με στόχο την προαγωγή ενός νέου παιδευτικού μοντέλου εντοπισμού αμιγώς οπτικών φορμών και ανάπτυξης ισχυρής πλαστικής σκέψης. Το εφαλτήριο τoυ συγκεκριμένου project είναι η Αριστοτελική σκέψη. Αναλύθηκαν χωρία ή παραθέματα από τα έργα του Αριστοτέλη θέτοντας ερωτήματα που αφορούν τις λειτουργίες της αίσθησης, της μνήμης, της φαντασίας, του νου. Υιοθετείται η άποψη του Αριστοτέλη ότι το βίωμα της προσωπικής εμπλοκής προκαλεί μία ιδιοποίηση της αλήθειας και η διάκριση των δύο μορφών του νου (παθητικός νους και ποιητικός νους) είναι συνώνυμη της διάκρισης μεταξύ βιολογικής λειτουργίας (εγκέφαλος) και ενεργητικής λειτουργίας της σκέψης (εννοιακά εξερχόμενα). Tο αισθησιοκρατικό μοντέλο θεμελιώνεται τόσο νευροφυσιολογικά όσο και κοινωνιολογικά. Σήμερα περισσότερο από ποτέ, σε έναν κόσμο παραγόμενο από προσομοιώσεις, η τέχνη της όρασης πρέπει να προσεγγίζεται αισθητικά και όχι αφηγηματικά, αποβλέποντας στην όξυνση των αισθησιοκρατικών δυνατοτήτων των εκπαιδευόμενων, καθώς επιχειρείται επίσης καλύτερη διαχείριση του οπτικού υλικού. Η οπτική εκπαίδευση επιδιώκει να αποκαθάρει γνωσιακούς τομείς από επενδύσεις με τρέχουσες ιδεολογίες, με πολιτισμικές προκαταλήψεις, με επιβιωτικές πρακτικές και στοχεύει στην αντικειμενικότητα, στην καθαρότητα και στη φυσιολογική αναγκαιότητα.
78. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 59
Regina Argyraki, Ilias Koromilas Όταν οι νευροεπιστήμες συναντούν τη φιλοσοφία: (κρύβουν ένα πρόβλημα κάτω από το χαλί)
abstract | view |  rights & permissions
Οι σκοποί αυτού του άρθρου (που αποτελεί έρευνα εν εξελίξει) είναι δύο: α) Να προκρίνει ένα αισθησιοκρατικό μοντέλο εκπαίδευσης που να βασίζεται σε νευροεπιστημονικά δεδομένα, έναντι ενός παρωχημένου εννοιοκρατικού που βασίζεται στη φιλοσοφία της γλώσσας. Ο βασικός λόγος είναι το γεγονός ότι παρατηρείται διάσταση μεταξύ της εκτεταμένης χρήσης των εννοιοκρατικών κυρίαρχων εξισορροπήσεων που εφαρμόζονται στην εκπαίδευση, ενώ το zeitgeist του εικοστού αιώνα περιγράφεται ως Εποχή των Εικόνων και καθώς ο πολιτισμός μας χαρακτηρίζεται ήδη ως Οπτικός. Επομένως, οι εκπαιδευόμενοι (μέλη διαφορετικών πολιτισμικών υποομάδων) πρέπει να αντιμετωπίσουν μιαν εσωτερική αντίφαση στο μεταμοντέρνο περιβάλλον των μεγα-αστικών υποδοχέων στους οποίους συνωθούνται: είναι καθημερινά δέκτες από ένα τεράστιο κύμα ανιεράρχητης οπτικής πληροφορίας από κάθε είδους δίαυλο επικοινωνίας, δίχως όμως να είναι κατάλληλα εξοπλισμένοι έτσι, ώστε να είναι σε θέση να την κατηγοριοποιήσουν, να την ταξινομήσουν και να την εκτιμήσουν. Κυρίως όμως, δεν μπορούν να διαχειριστούν την ανάδυση της συνείδησης, του μόνου νοητικού φαινομένου πρώτης τάξης και του κατ’ εξοχήν που χαρακτηρίζει το κυρίαρχο βιολογικό είδος. β) Να καταδείξει την ανάγκη νευροεπιστημονικού προσδιορισμού της συνείδησης και τις πιθανές του κατευθύνσεις, καθώς οι απόπειρες εξαφάνισης του όρου από τα νευροεπιστημονικά δεδομένα, κατέληξαν εντελώς ανεπιτυχείς και αδέξιες.
79. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 6
Κλείτος Ιωαννίδης Πλατωνική Πατερική διανόηση (Νύσσης Γρηγόριος)
abstract | view |  rights & permissions
Όταν καταπιάστηκαν οι χριστιανοί συγγραφείς με τη λογική οικοδομή της πίστης, γρήγορα κατάλαβαν το χρέος τους να απομακρύνουν από το έργο τους κάθε υποκειμενισμό, να συλλάβουν τη θρησκευτική ουσία με κάθε δυνατή αντικειμενικότητα. Γι’ αυτό το λόγο προσέφυγαν στην Ελληνική σκέψη που διέθετε για αυτό της το έργο όχι μόνο άφθονο υλικό, αλλά και τις επιστημονικές μεθόδους, τα όπλα της λογικής. Η ύψιστη αυτή ανάγκη των Πατέρων τους οδήγησε στον Πλατωνισμό, δηλαδή στη μελέτη των έργων του Πλάτωνος και των Νεοπλατωνικών, όπως του Πλωτίνου, του Πορφύριου και του Πρόκλου, χωρίς φυσικά να αγνοήσουν τον Αριστοτέλη, τους Στωικούς και άλλους σημαντικούς εκπροσώπους της ελληνικής σκέψης. Εδώ βρίσκεται το μεγαλείο της γόνιμης συνάντησης της χριστιανικής με την ελληνική σκέψη. Και δεν είναι τυχαίο που ο Κλήμης Αλεξανδρείας θεωρεί ότι υπάρχουν στην Εκκλησία δύο Παλαιαί Διαθήκαι, η των Ελλήνων και η των Εβραίων, και οι δύο παιδαγωγοί εις Χριστόν. Και ο Ιουστίνος ο μάρτυς ο φιλόσοφος, μαθητής του αρχαίου λόγου και της θύραθεν σοφίας, θεωρεί ότι όσα είναι καλώς ειρημένα ανήκουν στους χριστιανούς. Καταφεύγοντας σ’ έναν Πλατωνικό φιλόσοφο λέγει: «εφοιτούσα, όσο πιο συχνά μπορούσα κι έτσι έκαμα προόδους. Κάθε μέρα προχωρούσα όλο και περισσότερο. Η κατανόηση των ασωμάτων όντων με αιχμαλώτιζε σε ύψιστο βαθμό. Η θεωρία των ιδεών έδιδε φτερά στο πνεύμα μου, τόσο που μέσα σε λίγο καιρό πίστεψα πως είχα γίνει σοφός! Ήμουν μάλιστα αρκετά ανόητος, ώστε να ελπίζω ότι θα έβλεπα τον Θεό, γιατί αυτός είναι ο σκοπός της φιλοσοφίας του Πλάτωνος». Άλλωστε και ο Κλήμης Αλεξανδρείας και αυτός σπουδαστής ενδελεχής του αρχαίου λόγου, ομιλώντας για το θείο γνόφο, στον οποίο εισήλθε ο Μωυσής, ακολουθώντας την αλληγορική οδό της Αλεξανδρινής σχολής, θα μας πει ότι αντιστοιχεί με τις άρρητες και αειδείς ιδέες του όντος, γιατί ο Θεός βέβαια δεν βρίσκεται εν σκότει ή εν τόπω, αλλά πέρα από τον τόπο και από τον χρόνο και από την ποιότητα των όντων. Οι άρρητες και αειδείς ιδέες είναι Πλατωνική ανακάλυψη και Πλατωνική φιλοσοφική διατύπωση. Έτσι ο ελληνισμός δεν πέθανε τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, έστω και αν ο φανατισμός δολοφόνησε, κατακρεουργώντας την πανέμορφη φιλόσοφο και μαθηματικό Υπατία στην Αλεξάνδρεια. Πέθανε κάποια μορφή ελληνισμού, αφού επέτρεψε την αφομοίωσή του από τα καινούργια πνευματικά ρεύματα, τα οποία εξελλήνισε και γονιμοποίησε δημιουργικά στη συνέχεια, παραμένοντας σωστός και ακέραιος πνευματικά έναντι του πνεύματος του ανθρώπου και του συνειδητού εαυτού του. Ο ελληνισμός, ως λόγος και ως σκέψη, απορροφημένος από τους Έλληνες Πατέρες, οι οποίοι σπουδάζουν στην Αθήνα (Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Ναζιανζηνός), στην Αντιόχεια (Ιωάννης Χρυσόστομος), στην Αλεξάνδρεια (Κλήμης, Ωριγένης, Μ. Αθανάσιος κ.ά.) από τον Β΄ κιόλας αιώνα συντηρείται με τα πιο έντονα στοιχεία του εντός του χριστιανισμού (μέθοδος διαλεκτική, θεωρία, ενατένιση, απομάκρυνση από τα αισθητά, λόγος και έκσταση), αλλά και με την αλληγορική μέθοδο (σπήλαιον της Πολιτείας του Πλάτωνος, υπερουράνιος τόπος και υπερουράνια κίνηση, Φαίδρος, πνευματική γεωγραφία Φαίδωνος, δημιουργός του Τιμαίου, Αριστοτέλης, Στωικοί, Πλωτίνος και νεοπλατωνισμός, Ιάμβλιχος και μυστήρια (θεουργία) και άλλα πολλά, όπως Βάκχαι Ευριπίδου (πρβλ. π. Festugiere, Jean Danielou, Nock, Β. Ν. Τατάκη). Η ελληνική σκέψη, με τους εκλεκτούς εκπροσώπους της και επικεφαλής τον Πλάτωνα ασκεί και προπαρασκευάζει τον χριστιανό υποψήφιο προς την αλήθεια. Έτσι τα πολύτιμα σπέρματα των Εθνικών, όπως τα αποκαλούσε ο Ιουστίνος, συνταιριάζονται και εναρμονίζονται με την αποκάλυψη του Θεού που γίνεται εν Χριστώ Ιησού, και με την χάρη του Παναγίου Πνεύματος, όπως εμφανίζεται δυναμικά και πύρινα στο ιερό υπερώο των Ιεροσολύμων την άγια ημέρα της Πεντηκοστής. Φυσικά, φώτα ελληνικά αποτελούν την έναρξη της οδού προς την Αλήθεια και την ολοκλήρωση αυτού του δύσκολου και σταυρικού δρόμου προς τη θεία Αποκάλυψη. Με τη δύναμη του Τριαδικού Θεού και με τη συνέργεια του Αγίου Πνεύματος, ως δύναμης εξ ύψους, μπορεί ο αγωνιστής χριστιανός να σωθεί και από την Σωκρατική αυτογνωσία (ο άσωτος υιός ήλθε εις εαυτόν και αναστάς επέστρεψε προς τον Πατέρα, οδηγήθηκε προς τη θεογνωσία και το μυστήριο του Θεού). Οδύσσεια και η μία οδός, Οδύσσεια και η άλλη. Και στις δύο περιπτώσεις ο πιστός χρειάζεται το φως του Ευαγγελίου και τη θεία χάρη.
80. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 6
Jan Zozulak Η επιρροή της βυζαντινής σκέψης στο σχηματισμό της πολιτιστικής ταυτότητας των Σλάβων στη Μεγάλη Μοραβία
abstract | view |  rights & permissions
Η πρώτη επαφή της βυζαντινής φιλοσοφίας με την περιοχή της Μεγάλης Μοραβίας σχετίζεται με τη χριστιανική ιεραποστολή των αδελφών Κωνσταντίνο Φιλόσοφο και Μεθόδιο. Προκειμένου να διευκολύνουν την προσέγγισή τους προς τους Σλάβους, ο Κωνσταντίνος επινόησε το γλαγολιτικό αλφάβητο. Έτσι βοήθησε τους Σλάβους να αναπτύξουν τον πολιτισμό και τη φιλοσοφία τους, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για τη μετέπειτα εξέλιξη της φιλοσοφικής σκέψης των Σλάβων. Φαίνεται ότι στην αρχή της φιλοσοφικής σκέψης των Σλάβων βρίσκεται ο ορισμός της φιλοσοφίας του Κωνσταντίνου Φιλοσόφου. Ο σχηματισμός της φιλοσοφικής σκέψης του Κωνσταντίνου βασίζεται στη χριστιανοθεολογική παράδοση. Με το έργο του αναπτύσσονται οι σκέψεις της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινοχριστιανικής φιλοσοφίας στη Μεγάλη Μοραβία. Το ζήτημα της επιρροής της βυζαντινής φιλοσοφίας στην ανάπτυξη του πολιτισμού των Σλάβων χρειάζεται βαθιά εξερεύνηση, επειδή ο Κωνσταντίνος και ο Μεθόδιος δεν περιορίστηκαν μόνο στη μετάδοση της χριστιανικής πίστης, αλλά φρόντισαν να τη μεταλαμπαδεύσουν στους σλαβικούς λαούς και στο βυζαντινό πολιτισμό. Οι Σλαβικοί λαοί εξαιτίας της επαφής τους με τη βυζαντινή παράδοση με την οποία ανατράφηκαν, κατόρθωσαν να αποκτήσουν την εθνική και πολιτιστική τους ταυτότητα. Από το 2001 στη Σλοβακία ξεκίνησε μία προσπάθεια για την έρευνα της βυζαντινής φιλοσοφίας στο πλαίσιο των σχέσεων του βυζαντινού πολιτισμού και της σημερινής ευρωπαϊκής σκέψης.