Displaying: 81-90 of 111 documents

0.122 sec

81. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 69
Ζαχαρούλα Θεοδώρου Αναρχία δεν είναι αταξία
abstract | view |  rights & permissions
Στο παρακάτω κείμενο αναλύεται η έννοια της αναρχίας και το πώς από έννοια ταυτόσημη του χάους και της αταξίας μπορεί να αποτελέσει πολιτική ιδεολογία που εμπεριέχει την οργάνωση. Η αναρχία, έτσι όπως ορίζεται από τον Μαλατέστα, σημαίνει απουσία αρχής. Στη συνέχεια, ερμηνεύοντας τη σκέψη του Προυντόν και άλλων φιλοσόφων, παρατηρούμε πως η απουσία αρχής δεν σημαίνει και απουσία τάξης. Ο φόβος για την απουσία τάξης σε μια αναρχική κοινωνία οφείλεται στην προκατάληψη των ανθρώπων ότι η κυβέρνηση είναι αναγκαία για την επιβίωση τους και την ασφάλεια τους. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση δημιουργεί την αταξία. Σε μια κοινωνία χωρίς κυβέρνηση οι άνθρωποι θα τιθασεύσουν τα κακά τους ένστικτα και θα καταφέρουν, λόγω της έμφυτης φυσικής τάξης που τους διακατέχει, να συμβιώσουν αρμονικά. Η μοναδική μορφή ιδιοκτησίας που υπάρχει στην αναρχική κοινωνία στηρίζεται στην αμοιβαιότητα. Τα άτομα ανταλλάσσουν αγαθά χωρίς συμφέρον κι έτσι επέρχεται ισορροπία στην κοινωνία, της οποίας οι σχέσεις χαρακτηρίζονται από την αλληλοβοήθεια. Καταλήγοντας, η αναρχία δεν κατάφερε να ευδοκιμήσει στην πράξη αλλά οι ιδέες της είναι χρήσιμες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της σύγχρονης πραγματικότητας.
82. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 69
Σωτήρης Βανδώρος Ο φιλόσοφος υπέρ και εναντίον της φιλοσοφίας: Η περίπτωση του Jean-Jacques Rousseau
abstract | view |  rights & permissions
Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ αναγνωρίζεται ως ένας από τους πλέον σημαντικούς και ρηξικέλευθους στοχαστές της νεώτερης εποχής. Ωστόσο παρουσιάζει τον εαυτό του ως σφοδρό πολέμιο της φιλοσοφίας και των «φιλοσόφων», δηλαδή των φιλοσόφων, των επιστημόνων και των δημόσιων διανοουμένων. Αμφιβάλλει εάν η καλλιέργεια της επιστήμης και η ανάπτυξη της γνώσης προσφέρουν ο,τιδήποτε άλλο εκτός από ηθική διαφθορά και κοινωνική παρακμή. Δίδοντας έμφαση στις αλλοτριωτικές, στις κοινωνικές και στις πολιτικές συνθήκες που ευνοούν την εξέλιξή τους, υποστηρίζει ότι βλάπτονται κατεξοχήν από την «πρόοδό» τους τόσο η δημόσια αρετή όσο και οι σχετικές με την ιδιότητα του πολίτη αξίες. Αναλόγως φοβάται ότι ο διάλογος και η δημόσια διαβούλευση που βασίζονται στην εκλεπτυσμένη επιχειρηματολογία και στον αναστοχασμό θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε ανεπίλυτες αντιμαχίες, συγκρούσεις και εν τέλει σε καταστροφική πολιτική κρίση. Όμως την ίδια στιγμή προσφέρει ένα πρόγραμμα χειραφέτισης του εαυτού μας και κατάλληλης αγωγής, θεμελιωμένο στην ανάγκη να αναπτυχθούν οι γνωστικές και οι πνευματικές μας δυνάμεις, απελευθερωμένες από οποιοδήποτε είδος καταναγκασμού, δογματισμού, ή κοινωνικού κομφορμισμού. Είναι αυτές οι δυο ‘γραμμές σκέψεις’ ασυμφιλίωτες; Εν πάση περιπτώσει τί νόημα μπορούμε να βγάλουμε από αυτές;
83. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 69
Νικολέττα Ζάγκα O συσχετισμός και η ισορροπία της ισχύος μεταξύ των κυριαρχουσών δυνάμεων στην Θουκυδίδου Ξυγγραφή
abstract | view |  rights & permissions
Στην ιστοριογραφία του Θουκυδίδη η διατήρηση της ισχύος των κυριαρχουσών δυνάμεων προβάλλεται ως αναγκαιότητα στον κόσμο των διεθνών σχέσεων, προκειμένου να διασφαλίζεται το κύρος και το συμφέρον κάθε κρατικής υπόστασης. Ως αδιαμφισβήτητο γεγονός επισημαίνεται ότι το μέγεθος της δύναμης καλλιεργεί την υπέρμετρη φιλοδοξία της, ενώ ταυτοχρόνως η δύναμη αυτή πυροδοτεί τα εγγενή πάθη του ανθρώπου που μπορεί να οδηγήσουν σε ολέθρια αποτελέσματα. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί αίσθημα φόβου και ανασφάλειας στις άλλες κρατικές οντότητες και τούτο είναι κάτι που προκαλεί ανισορροπία και εμφανίζεται ως αταξία στο διεθνές, τρόπον τινά, σύστημα της Ελλάδος, λίγο πριν την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου. Η κυριαρχία και ο φόβος στη συνέχεια αποτελούν και τη γενεσιουργό αιτία κήρυξής του πολέμου αυτού. Ειδικότερα μετά τους Περσικούς πολέμους η Αθήνα, ως ηγεμονεύουσα δύναμη, επιδιώκει να καταστέλλει κάθε επαναστατική ή αποσχιστική τάση των συμμαχικών πόλεων-κρατών και να διαμορφώνει ισόρροπες σχέσεις με τις πόλεις που την συμφέρουν, ώστε σιγά-σιγά να επεκτείνει τον έλεγχο και να διευρύνει την επιρροή της. Η τακτική αυτή γίνεται αποδεκτή, γιατί είναι μονόδρομος για την ηγεμονία, επειδή η ύπαρξη της ηγεμονίας καθίσταται επισφαλής. Όμως, εάν υπάρξει αδράνεια ή αμέλεια ως προς τη διατήρηση της συγκεκριμένης τακτικής για τη διασφάλιση της υπεροχής της αθηναϊκής δύναμης, αυτή η ίδια η υπεροχή της και η αντίστροφη τακτική της, θα είναι υπαίτιες της μεταβολής στην ισορροπία και στο συσχετισμό των δυνάμεων μεταξύ των πόλεων-κρατών, με αποτέλεσμα να καθίσταται αναπόφευκτη η σύγκρουση. Επί πλέον η Αθηναϊκή ηγεμονία γνωρίζει καλά ότι η μόνη ασφαλής βάση μιας συμμαχίας συμφερόντων είναι ο φόβος επιβολής αντιποίνων από τον ισχυρό διότι, αν κανείς επιθυμήσει να παραβιάσει τα συμφωνηθέντα αυτός μπορεί να συγκρατείται από τη σκέψη ότι μια κρατική οντότητα μόνη της είναι αρκετά ανίσχυρη να επιβληθεί, αλλά αντίθετα έχει πολλές πιθανότητες να ισοπεδωθεί ολοσχερώς. Συχνά μάλιστα επαναλαμβάνονται στο έργο του Θουκυδίδη οι όροι «προύχω» και «ἰσχύω» προκειμένου να τονιστεί ότι μόνον από τον ισχυρό δέχεται κανείς την εξουσία και όχι από τον ισόπαλο και ισοδύναμο. Έτσι διατηρείται η υπεροχή του κυρίαρχου και παράλληλα νομιμοποιείται η ηγεμονία του. Όμως, επειδή το σύστημα αυτό λόγω της δυναμικής του δημιουργεί καταστάσεις μη προβλέψιμες, είναι πάντοτε κάτι το δυνατόν η ανατροπή του.
84. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 7
Αλεξάνδρα Αναστασιάδου Ο κοσμολογικός και ο υπερβατικός Λόγος στην Ηρακλείτεια και στην Ιωάννεια διανόηση
abstract | view |  rights & permissions
Η αρχαϊκή ελληνική διανόηση μέσα από άδηλες προοπτικές προέβη διά του Ηρακλείτου του Εφεσίου (540-480 π.Χ) σε ενδελεχή ανίχνευση της απειρότητας του σύμπαντος και του διηνεκούς αυτού γίγνεσθαι, αποκαλύπτοντας στους εν εγρηγόρσει ευρισκομένους ότι υπάρχει ο κεκρυμμένος Λόγος, ως «τὸ μὴ δῦνόν ποτε». Στη διαχρονικότητα της φιλοσοφικής ανέλιξης o χριστιανικός στοχασμός διά του Ευαγγελιστού Ιωάννου ταύτισε τη «νόησιν της νοήσεως» προς τον αΐδιον Λόγον, οπότε και προέκυψε το ερώτημα της προελεύσεως της εννοίας του Λόγου στην Iωάννειαν θεολογία. Η παρούσα ανακοίνωση θέτει υπό κρίσιν την άποψιν του νεοπλατωνικού Αμελίου συμφώνως προς την οποίαν ο Ιωάννης εμπνεύσθηκε την έννοιαν του Λόγου, διά της οποίας προσφωνεί τον Κύριον Ιησούν, ως μόνον εκ των συγγραφέων της Καινής Διαθήκης, ο οποίος απαντά και στη σκέψη του Ηρακλείτου. Προσεγγίζοντας ερμηνευτικά τις σωζόμενες γραπτές πηγές και τις μαρτυρίες, επιδιώκομεν να διαπιστωθή κατά το δυνατόν υπό ποίαν λογικήν και υπαρξιακή διάσταση «ἐν τῇ τῆς οὐσίας ταυτότητι» υφίσταται η ετερότητα εις την έννοιαν του Λόγου.
85. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 70
Αθανασία Θεοδωροπούλου Η πρόσληψη της πλατωνικής ψυχολογίας από τον Βησσαρίωνα: η περίπτωση του «αὐτοκινήτου»
abstract | view |  rights & permissions
Ο καρδινάλιος Βησσαρίων υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογίους και συνέβαλε στον επαναπροσδιορισμό της πλατωνικής φιλοσοφίας στη δυτική Ευρώπη του 15ου αιώνα. Το In Calumniatorem Platonis (1469) είναι το σημαίνον φιλοσοφικό έργο του και αποτελεί μία συστηματική παρουσίαση της πλατωνικής φιλοσοφίας. Πρόκειται για μία συγκροτημένη ανασκευή του Comparatio Philosophorum Platonis et Aristotelis (1458) του Γεωργίου Τραπεζούντιου, μιας πραγματείας που εναντιώνεται σθεναρά στον Πλάτωνα αναδεικνύοντας την υπεροχή του Αριστοτέλη. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι η απόπειρα του Βησσαρίωνα να αντικρούσει την κατηγορία που επιρρίπτει ο Τραπεζούντιος στον Πλάτωνα αναφορικά προς την αδυναμία απόδειξης της αθανασίας της ψυχής. Προβάλλοντας την επιχειρηματολογία του Πλάτωνα που διατυπώνεται στο Φαίδρο (245c5-246a2), ο Βησσαρίων επιχειρεί να αποδείξει ότι ο Πλάτων τεκμηριώνει την αθάνατη φύση της ψυχής. Μέσω της συγκριτικής μελέτης των δύο κειμένων, του Πλάτωνα και του Βησσαρίωνα, η παρούσα εισήγηση επικεντρώνεται στην κριτική αποτίμηση της ερμηνευτικής προσέγγισης του πλατωνικού εγχειρήματος από τον Βησσαρίωνα και στην ανάδειξη των ερμηνευτικών αποκλίσεων αυτού, που υπαγορεύονται από τη γενικότερη σκοποθεσία της πραγματείας του: το συγκερασμό των πλατωνικών και αριστοτελικών αρχών.
86. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 72
Παναγιώτης Γ. Δέδες Καπιταλισμός και πορνεία
abstract | view |  rights & permissions
Eπιχειρείται η εξέταση της σύγχρονης πορνείας από ηθική σκοπιά, όπως τη διαμόρφωσε ο καπιταλισμός στο πρόσωπο της πόρνης. Σκοπός μας είναι ο προσδιορισμός των φαινομένων αυτών της ηθικής που, εκτός από τη θεωρητική τους διάσταση, αγγίζουν και τις πρακτικές διαστάσεις της ηθικής επιληψιμότητας. Η μεθοδολογική προσέγγιση βασίζεται στη δυ-νατότητα της καπιταλιστικής δυναμικής να παράγει τρόπον τινά “ανθρώπινα απορρίμματα” και στη μη δυνατότητα της πόρνης να αίρει το δεσμό της με το χρήμα, ως τον μαστροπό της υπηρεσίας που προσφέρει. Τα συμπεράσματα εστιάζονται στην ανάγνωση του καπιταλισμού, ο οποίος κατηγορεί την πόρνη ως παρία της κοινωνίας, την διώκει και ταυτόχρονα τη συντηρεί καθοδηγώντας την στη δουλεία ενός παρασιτικού και ταυτόχρονα διαστροφικού μόχθου, στερώντας από αυτήν οποιαδήποτε βοήθεια για ηθική μεταστροφή και για εύρεση της αλήθειας. Συμπερασματικά παρόλο που αναγνωρίζεται η πλήρης εμπορευματοποίηση της προσωπικότητας ως το μόνο εκπορευόμενο στοιχείο, προτείνεται μια ορθότερη ανάγνωση της υπεραξίας της ύπαρξης από το ίδιο το υποκείμενο, προκειμένου η λήθη στην ανυπαρξία να δώσει τη θέση της στην μνήμη της αξίας, έτσι όπως αυτή προσεγγίζεται από τη σκέψη των φιλοσόφων, όπως Ζ. Michea, Η. Arendt, Ζ. Bauman, Α. Gorz και Γ. Σαγκριώτη.
87. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 72
Γεώργιος Πολίτης Κοινωνικό συμβόλαιο: λίκνο κόκκινων και μαύρων Ιακωβίνων
abstract | view |  rights & permissions
Το φιλελεύθερο δημοκρατικό υπόδειγμα ακολούθησε την αντίληψη της πολυειδίας των αρχών, η οποία διέπει την αγγλοσαξωνική ηθική φιλοσοφία. Στον αντίποδα, ο κρατικός σοσιαλισμός ακολούθησε την αντίληψη του ενός δρόμου, που εκπηγάζει από τις αρχές της φιλοσοφίας του Ρουσσώ. Στοιχεία αυτών των αρχών εντοπίζονται στην επαναστατική θεωρία του Μαρξ και των Μπολσεβίκων. Ωστόσο στις ίδιες αρχές βρήκε ερείσματα και η μεσοπολεμική ακροδεξιά. Οι κοινές αφετηρίες αυτών των κατευθύνσεων μπορούν να αναζητηθούν τόσο στο αφηρημένο σχήμα της γενικής βούλησης όσο και στην αποσύνδεση της από τη βούληση των πολλών. Μάλιστα την αποσύνδεση συνοδεύει η υποκατάσταση της βούλησης των πολλών από αυτόκλητους ερμηνευτές της γενικής βούλησης. Με αυτό το ριψοκίνδυνο άλμα η βούληση των πολλών υποκαθίσταται από τη βούληση όσων διατείνονται ότι γνωρίζουν το μοναδικό δρόμο για τον ηθικό βίο ή εμφανίζονται ως μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας των ιστορικών νόμων. Το χρώμα που οι αυτόκλητοι σωτήρες επιλέγουν για να αυτοπροσδιορισθούν είναι διαφορετικό, καθορίζεται από την επιλογή του αντικειμένου της σωτηρίας, εάν δηλαδή θα σώσουν τον λαό και την εργατική τάξη ή την πατρίδα και τη φυλή. Όμως το φιλοσοφικό λίκνο που τους γεννά είναι το ίδιο. Μολονότι ο Ρουσσώ δεν επεδίωξε την ηθική νομιμοποίηση του αυταρχισμού, η θεωρία του γνώρισε συναφείς αναγνώσεις.
88. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 72
Παναγιώτα Ψυχογιού, Γεώργιος Πολίτης H σύζευξη αρνητικής και θετικής ελευθερίας στην αναρχική φιλοσοφία του Πιοτρ Κροπόκτιν
abstract | view |  rights & permissions
Ο ασφαλέστερος τρόπος προσέγγισης της έννοιας της ελευθερίας στη φιλοσοφία του Κροπότκιν είναι μέσω της ανάλυσης που ακολουθεί τη μεταγενέστερη διάκριση αρνητικής και θετικής ελευθερίας η οποία συνδέεται με τον Aΐζάια Μπερλίν. Ο Ρώσος διανοητής εκκινεί από μία αντίληψη της ελευθερίας ως ηθικού αυτοκαθορισμού, η οποία διέπεται εμφανώς από τις αρχές της θετικής ελευθερίας. Εν τούτοις δεν υποτάσσει την αυτονομία στην ετερονομία, αντίθετα την εκλαμβάνει ως σχέση αλληλεξάρτησης. Στο έργο του συναντάται εμμέσως η “ανθρωπολογική” ή “οντολογική” θεώρηση του τρόπου συγκρότησης του ανθρώπινου υποκειμένου με την “κανονιστική επιλογή” υπέρ μιας ορισμένης οργάνωσης της πολιτικής και της κοινωνίας. Αυτές καθιστούν δυνατή τη συνύπαρξη θετικής και αρνητικής ελευθερίας, δηλαδή τόσο την ατομική όσο και τη συλλογική ελευθερία. Η μελέτη του έργου του αναδεικνύει μία σχετική ανακολουθία μεταξύ της ελευθερίας των ατόμων να καθορίσουν τη ζωή τους και των αντικειμενικών, φυσικών διαδικασιών, τις οποίες επικαλείται ο Κροπότκιν. Παρά ταύτα ο ίδιος θεωρεί την κοινωνική επανάσταση ως συλλογική απόφαση, στηρίζει δε την κοινωνική του πρόταση τόσο στην αυτοοργάνωση, όσο στην αλληλοβοήθεια και στον κοινοτισμό. Με αυτόν τον τρόπο οδηγείται σε μια ιδιαίτερη σύζευξη των δύο φαινομενικά αντιθετικών διαστάσεων της ελευθερίας.
89. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 74
Ζωή Αντωνοπούλου-Τρεχλή Η αβάσταχτη βαρύτητα της διδασκαλίας της φιλοσοφίας: (στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση)
abstract | view |  rights & permissions
Με δεδομένη τη δύσκολη κατάσταση του μαθήματος της φιλοσοφίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, παρουσιάζεται μια πρόταση διδασκαλίας φιλοσοφικά αποδεκτή και παιδαγωγικά νόμιμη, εφόσον, αφενός, δεν προδίδει την ουσία της φιλοσοφίας ως «δημιουργικής ελευθερίας του φιλοσοφείν» και, αφετέρου, εμπνέεται από τα σύγχρονα δεδομένα της παιδαγωγικής επιστήμης. Διάλογος και πολυφωνία, στο πλαίσιο διερευνητικών και συνεργατικών διαδικασιών μάθησης, με την υιοθέτηση ενός νέου τύπου (πολυ)γραμματισμού (multiliteracy) και τη χρήση των δυνατοτήτων που παρέχει η τεχνολογία, σε συνδυασμό με την ερμηνευτική προσέγγιση φιλοσοφικών κειμένων, μπορούν να υπηρετήσουν αποτελεσματικά τους βασικούς στόχους της φιλοσοφικής στοιχείωσης (προβληματοποίηση, εννοιοποίηση, επιχειρηματολογία), ανανεώνοντας συγχρόνως το ενδιαφέρον των εκπαιδευτικών και καθιστώντας το μάθημα ελκυστικό για τους μαθητές.
90. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 74
Μαρκούλα Βιντζηλαίου Ψηφιακές τεχνολογίες και διδακτική της φιλοσοφίας: θεωρητική πλαισίωση και ένα παράδειγμα
abstract | view |  rights & permissions
Στην παρούσα ανακοίνωση θα επικεντρωθούμε στο θέμα της χρήσης ψηφιακών εργαλείων στη διδακτική πρακτική της φιλοσοφίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση στη θεωρητική θεμελίωσή της. Η φιλοσοφία και η διδασκαλία της με τη χρήση ψηφιακών εργαλείων σε πολλές περιπτώσεις θεωρούνταν ασύμβατες. Ωστόσο, όπως συμβαίνει και σε κάθε άλλο γνωστικό αντικείμενο, η διδασκαλία της φιλοσοφίας μπορεί να συνδυαστεί με τις τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας1. Άλλωστε η διδακτική προσέγγιση των μαθημάτων στη σημερινή εκπαιδευτική πραγματικότητα έχει τροποποιηθεί, ακολουθώντας τις εξελίξεις μίας εποχής αδιαμφισβήτητα τεχνολογικής.