Displaying: 81-90 of 129 documents

0.161 sec

81. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 6
Ηλίας Τεμπέλης «Ὁ διάλογος κόσμος ἐστὶν καὶ ὁ κόσμος διάλογος»: Η πρώιμη βυζαντινή θεωρία της αντιστοιχίας μεταξύ πλατωνικών διαλόγων και κοσμικής πραγματικότητας
abstract | view |  rights & permissions
Στη Νεοπλατωνική Σχολή της Αλεξάνδρειας στα τέλη του 6ου αιώνα ο ανώνυμος Χριστιανός (αμφίβολο) συγγραφέας των Προλεγομένων τῆς Πλάτωνος φιλοσοφίας προχώρησε σε μία μάλλον ολοκληρωμένη καταγραφή της θεωρίας περί της αμοιβαίας αντιστοιχίας μεταξύ των στοιχείων των πλατωνικών διαλόγων και των στοιχείων και αιτίων κάθε κοσμικής πραγματικότητας. Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία ο σχολιαστής κάθε πλατωνικού διαλόγου πρέπει να στρέφει την προσοχή του στην αντιστοιχία των στοιχείων του (πρόσωπα - χρόνος και τόπος, χαρακτήρ, τρόπος τῆς συνουσίας, ἀποδείξεις, πρόβλημα και ἀγαθόν) τόσο προς τα έξι στοιχεία του σύμπαντος (ὕλη, εἶδος, φύσις, ψυχή, νοῦς και θεός), όσο και προς τα έξι αί-τια κάθε κοσμικής πραγματικότητας (ὑλικόν, εἰδικόν, ποιητικόν, ὀργανικόν, παραδειγματικόν και τελικόν). Ως προς αυτήν τη θεωρία, ο ανώνυμος συγγρα-φέας των Προλεγομένων στηρίζεται σε κάποιον βαθμό σε σχόλια του Πρόκλου σε πλατωνικούς διαλόγους. Έτσι η θεωρία είναι τυπικά νεοπλατωνική, αφού βασίζεται στην αναλογία και την οντολογική ιεραρχία. Θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί και ως παιδαγωγική στρατηγική, η οποία επέτρεπε στα μέλη της Σχολής της Αλεξάνδρειας αρχικά να κατανοούν τις αναλογίες των στοιχείων των πλατωνικών διαλόγων προς τα στοιχεία και τα αίτια του υλικού και του μεταφυσικού κόσμου και, πιο σημαντικό, να αντιλαμβάνονται την πλατωνική διδασκαλία.
82. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 6
Στυλιανή Ν. Καργιώτη Αυτοκαθορισμός και πρόνοια: Αναφορά στο Δαμασκηνό και στο Βοήθιο
abstract | view |  rights & permissions
Ο άνθρωπος συνηθίζει να ζη μέσα στο πλέγμα μιας ψευδούς συνείδησης. Επειδή ο κόσμος είναι πολύπλοκος, η πιο λογική θέση είναι να παραδεχτούμε ότι εντός του ανθρώπου υπάρχουν περισσότερα από ένα στρώματα διαθέσεων, εστίες στοχασμών και κέντρα αποφάσεων. Όταν ενεργοποιείται το ένα, τα άλλα δεν αχρηστεύονται, αλλά βρίσκονται παροπλισμένα σε λανθάνουσα κατάσταση και περιμένουν την ώρα τους. Όμως ο άνθρωπος αποτελείται και από τα ενεργά και από τα λανθάνοντα αυτά στοιχεία που δεν έχουν ακόμα ενεργοποιηθεί ή δεν πρόκειται ποτέ να ενεργοποιηθούν. Έτσι ο άνθρωπος που πλανάται απομακρύνεται από το Θεό και αγνοεί την τάξη του κόσμου. Εξαιτίας αυτής της άγνοιας καταφεύγει αβίαστα σε λανθασμένες ερμηνείες των συμβαινόντων. Η παρούσα ανακοίνωση χρησιμοποιεί περιορισμένα τις θέσεις του Δαμασκηνού και του Βοηθίου ως «επίβασιν» - για να θυμηθούμε τον Πλάτωνα - προκειμένου να προχωρήσει στη συγκρότηση μιας προβληματικής για τον αυτοκαθορισμό και την πρόνοια. Ειδικότερα, θα υποστηριχτεί ότι οι πράξεις του ανθρώπου κυβερνώνται αφ’ εαυτών και δεν εξαρτώνται από έναν κατευθυντήριο μοχλό της τύχης, δηλαδή από μια αλυσίδα αιτίων ακούσιων ή απροσδόκητων. Εν συνεχεία θα εξετασθεί η σχέση Θεού και πρόνοιας, όπου θα δειχτεί πως ο παντογνώστης Θεός, ως το ύψιστο αγαθό, εσωκλείει την αγάπη και απεμπολεί το κακό, χωρίς να αίρει την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης.
83. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 61
Σοφία Σιμιτζή Η φιλοσοφική θεματοποίηση του μυστικισμού στον William James
abstract | view |  rights & permissions
Στο πλαίσιο του δαρβινισμού του 19ου αιώνα ο W. James φαίνεται να επηρεάζεται έντονα από μια βιολογική προσέγγιση. Η τελεολογική αντίληψη του James για το νου και η υπεροχή που αποδίδει στη δράση κάνει την εμφάνισή της, περιορίζοντας τη σημασία των πνευματικών αναζητήσεων. Έτσι φαίνεται να παρουσιάζει την ανθρωπότητα ιδιαίτερα κινητοποιημένη από την ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών και των πρακτικών στόχων. Ο ριζοσπαστικός του εμπειρισμός αποτελεί μια προσπάθεια να αναλυθεί η φύση της πραγματικότητας σε ένα φιλοσοφικό επίπεδο, το οποίο θα αποκαλύπτει τη σημασία της γνήσιας εμπειρίας. Πρόθεσή του δεν είναι να αγνοήσει τις ρεαλιστικές πραγματικότητες της κοινής λογικής που περιγράφονται στη συνήθη γλώσσα, αλλά να διαφωτίσει τη σκοτεινή πλευρά τους και να τοποθετήσει αυτές στο πλαίσιο μιας οντολογικής θεωρίας. Εν ολίγοις ο,τιδήποτε πραγματικό πρέπει κατά κάποιον τρόπο να βιωθεί και ό,τι βιώνεται πρέπει με κάποιον τρόπο να είναι πραγματικό. Σύμφωνα με τη θεωρία περί του πεδίου του James, οι μυστικιστικές εμπειρίες είναι αποτέλεσμα των φυσικών και των υπερφυσικών σχέσεων. Όχι μόνο δεν μας παρουσιάζουν «υποβλητικές» πληροφορίες για τη δομή της καθημερινής πραγματικότητας, αλλά μας παρέχουν ενδιαφέροντα στοιχεία για την υποτιθέμενη ύπαρξη της αοράτου τάξης του εαυτού μας και της πραγματικότητας, έχοντας ως θεμελιώδη ουσία τη ροή της εμπειρίας και το ρεύμα αυτής της σκέψης. Αντλώντας από τη συγγραφή των μυστικιστών, ο James χαρακτηρίζει τη μυστικιστική εμπειρία ως άρρητη, ως μια νοερή ποιότητα και ως παροδική και παθητική, η οποία μπορεί και πρέπει να περιορίζει τη δεδομένη νατουραλιστική μας αντίληψη για όλα τα πράγματα.
84. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 62
Δημήτριος Σ. Πατέλης Πτυχές του δια της πληροφορικοποίησης εκφυλισμού της έρευνας επί κεφαλαιοκρατίας
abstract | view |  rights & permissions
Στην ανακοίνωση1 εξετάζονται ορισμένες τάσεις που εκδηλώνονται στην επιστημονική δραστηριότητα, ως αποτέλεσμα των οποίων η πληροφορία αποσπάται από τη γνωστική διαδικασία και λειτουργεί ως αυταξία, σε αντιδιαστολή με την πραγματική σημασία της και την αυθεντική γνώση. Έτσι, η προσοχή επικεντρώνεται στην τεχνολογία κωδικοποίησης-αποκωδικοποίησης της πληροφορίας. Αυτή η τάση συνδέεται με την θριαμβευτική επιβολή ποικίλων επιστημομετρικών, βιβλιομετρικών κ.ο.κ. δεικτών, και τη συνακόλουθη εκθετική αύξηση της παραγωγής-προαγωγής επιστημονικών δημοσιεύσεων. Δεδομένου ότι η ταχύτητα πρόσληψης και αντίδρασης στην πληροφορία είναι αντιστρόφως ανάλογη του βάθους και της κριτικής επεξεργασίας της, εξυπακούεται ότι και οι δυνατότητες αποκωδικοποίησης, γενίκευσης και διακρίβωσης της πραγματικής συμβολής μιας εκάστης των δημοσιεύσεων στην προαγωγή της πραγματικής έρευνας, είναι νομοτελώς αντιστρόφως ανάλογες του όγκου και των ρυθμών αύξησής τους. Η ίδια η αλήθεια μετατοπίζεται από την αναφορά στο μέρος του επιστητού που συνιστά το γνωστικό αντικείμενο, στο καθ’ ύλην αρμόδιο θεσμικό συλλογικό υποκείμενο, τα κριτήρια του οποίου ανάγονται πρακτικά στο δίκτυο καταχώρησης και αναγνώρισης της σχετικής πληροφορίας, ενώ ο επιστήμονας υποβαθμίζεται σε τεχνολόγο, εξειδικευμένο στη χρήση τεχνικών προσπορισμού νέων επιστημονικών γεγονότων και δεδομένων, ή στην επιτήδειο επιλεκτική εμπλοκή σε συγκυριακά δημοφιλείς θεματικές, που του διασφαλίζουν ευάριθμες δημοσιεύσεις, αναφορές, αναγνώριση, κ.ο.κ. Η “έρευνα” ανάγεται συχνά σε επιστημονικοφανείς λεκτικοποιήσεις παραστάσεων, σε διαχείριση του λόγου (του κειμένου), σε συνειρμικές (ή και ασυνάρτητες) αναφορές και “θεματοποιήσεις”, σε “πλαισιώσεις” και ”αναπλαισιώσεις” κατά το δοκούν, κ.ο.κ. εντός ενός τελετουργικά προσδιορισμένου πλαισίου βερμπαλισμών και λεξιλαγνείας. Η υπέρβασή αυτού του καταστροφικού αδιεξόδου είναι εφικτή μόνο στην κατεύθυνση του αγώνα για αυθεντικά επιστημονική θεωρία, μεθοδολογία και στάση ζωής, βάσει της λογικής του γνωστικού αντικειμένου και των πραγματικών αναγκών της ανθρωπότητας.
85. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 67
Νικήτας Αλιπράντης Yφή των σχέσεων φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας και ο κοινωνιολογισμός
abstract | view |  rights & permissions
Οι σχέσεις φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας συνδέονται με τις διαφορές του αντικειμένου και της μεθόδου, οι οποίες καθορίζονται κατ’ ανάγκην από τις θεωρήσεις των κοινωνιολόγων. Συνεπώς η μόνη οδός για να προσδιορισθούν οι σχέσεις τους είναι η κατάρτιση μιας τυπολογίας με βάση την σχηματική ταξινόμηση των κοινωνιολογικών θεωρήσεων, ατομικών ή συλλογικών (σχολών). Λόγω της τεράστιας ποικιλίας των τελευταίων, μόνον ως απόπειρα μιας μερικής τυπολογίας μπορεί να νοηθεί η παρούσα εισήγηση. Με αυτό το δεδομένο μπορούν ενδεικτικά να κατηγοριοποιηθούν οι σχέσεις σε πέντε ομάδες: 1) σύμπτωση (συνύπαρξη) κοινωνιολογίας και φιλοσοφίας στο ίδιο πρόσωπο (G. Simmel, σχολή της Φρανκφούρτης), 2) αβαθής φιλοσοφική βάση στην πρώιμη εξελικτική κοινωνιολογία (A. Comte, H. Spencer), 3) συγκεκριμένες αλλά διαφοροποιημένες επιδράσεις της φιλοσοφίας στην κοινωνιολογία (επιλεκτική αναφορά: F. Tönnies, M. Weber), 4) επαμφοτερίζουσα και προβληματική σχέση του θετικιστικού εμπειρισμού με τη φιλοσοφία· εν προκειμένω μπορούν να διακριθούν σχηματικά οι εξής εκφάνσεις: α) αίτημα ανεξαρτησίας από τη φιλοσοφία (E. Durkheim, V. Pareto), β) απόπειρα σύνθεσης των αντιθετικών κατευθύνσεων, ιδεαλιστικής–θετικιστικής (T. Parsons), γ) πραγματιστικές και ψυχολογικές καταβολές του αμερικανικού συμπεριφορισμού – και συναφώς του δομολειτουργισμού – και ακραίος εμπειρισμός (κοινωνιολογισμός), τέλος 5) η κατά βάση νιτσεϊκής επίδρασης άρνηση της κοινωνιολογίας στο μεταμοντερνισμό (J. F. Lyotard, J. Baudrillard, κ.ά.).
86. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 69
Χριστόφορος Ευθυμίου Κυριαρχία και δικαιοσύνη στην πλατωνική Πολιτεία και στην πρυτανική ομιλία του Heidegger
abstract | view |  rights & permissions
Στόχος της ανακοίνωσης είναι η διερεύνηση των εννοιών της κυριαρχίας και της δικαιοσύνης στην πλατωνική Πολιτεία και στην πρυτανική ομιλία του Heidegger, η οποία εκφωνήθηκε το 1933. Δικαιοσύνη για τον Πλάτωνα σημαίνει ότι κάθε πολίτης αλλά και κάθε κοινωνική βαθμίδα πράττουν όσα αρμόζουν στη θέση τους. Οι ρόλοι στη ιδανική πολιτεία διανέμονται αναλόγως προς τη γνώση που διαθέτει κάθε βαθμίδα κατά το εξωπολιτικό θεμέλιο των όντων αλλά και της ανθρώπινης συμβίωσης σε σχέση προς την ιδέα του αγαθού. Άρα δικαιοσύνη σημαίνει συμμόρφωση της λειτουργίας της πολιτείας προς το μεταφυσικό θεμέλιο της παρουσίας των όντων. Κυριαρχία είναι η θεσμικά κατοχυρωμένη πράξη με την οποία επιτυγχάνεται αυτή η συμμόρφωση. Η κυριαρχία επιβάλλεται να ασκείται μόνον από τους γνώστες της ιδέας του αγαθού, από τους φιλοσόφους. Η διασύνδεση αυτή μεταφυσικού θεμελίου, δικαιοσύνης και κυριαρχίας διατρέχει το σύνολο της μεταφυσικής διανόησης και φτάνει, mutatis mutandis, και στον Heidegger. Στην πρυτανική του ομιλία το 1933 αλλά και σε άλλα κείμενα της συγκεκριμένης περιόδου ο Heidegger εφαρμόζει τις κατηγορίες της θεμελιώδους οντολογίας του, οι οποίες αρχικώς αφορούσαν την υπαρκτική αναλυτική του ατομικού Dasein (Ώδε είναι), σε ολόκληρο το σώμα του γερμανικού λαού. Διακρίνει, όπως και ο Πλάτων, τρεις κοινωνικές βαθμίδες, προς τις οποίες θα πρέπει οι Γερμανοί φοιτητές να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Υποστηρίζει ότι η βαθμίδα της γνώσης και κυρίως οι φιλόσοφοι στο βαθμό που διαθέτουν την οντολογική γνώση ενός νέου τύπου θεμελίου, την κατανόηση δηλαδή του νοήματος του Είναι των όντων, θα πρέπει να αναλάβουν την πνευματική κυριαρχία και να συνεπικουρούν τον ηγέτη. Στην περίπτωση του Heidegger η δικαιοσύνη νοείται ως αποφασιστική συναρμογή της βούλησης του λαού, η οποία πραγματώνεται με την καθοδηγούμενη από τους φιλοσόφους κυριαρχία του ηγέτη, προς μια ιστορική αποστολή, η οποία προσδιορίζεται σε τελική ανάλυση από το είναι του γερμανικού Dasein και κατ’ επέκταση από το Είναι των όντων.
87. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 69
Σταύρος Καπνάς Πολιτική φιλοσοφία με επίκεντρο το έργο Δεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως του John Locke
abstract | view |  rights & permissions
Η παρούσα ανακοίνωση επικεντρώνεται στο έργο Δεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως του John Locke και ερευνά τους δύο θεμελιακούς άξονες της Δεύτερης πραγματείας, οι οποίοι εκφράζουν το σύνολο της πολιτικής θεωρίας του Locke. Αρχικά γίνεται αναφορά στη θεωρία περί καταπιστεύματος που αποτελεί και τη βάση της πολιτικής θεωρίας του Lοcke. Οι άνθρωποι προκειμένου να διαφυλάξουν τα δικαιώματά τους με κορυφαίο εκείνο της ζωής, προχωρούν από την πρότερη φυσική κατάσταση στην ενοποιημένη ανθρώπινη κατάσταση, η οποία ονομάζεται κοινότητα. Κατά τη φάση της συγκροτήσεως της κοινότητας, τα μέλη της εκλέγουν τους εκπροσώπους τους, οι οποίοι αναλαμβάνουν το έργο της υπεράσπισης του συνόλου των ανθρωπίνων αναγκών. Η μετάθεση των εξουσιών από την κοινότητα προς τους εκπροσώπους γίνεται βάσει μίας συμφωνίας, η οποία συνάπτεται ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας και στους εκπροσώπους. Η συμφωνία αυτή ονομάζεται καταπίστευμα (ή νομοθεσία). Η τήρηση του καταπιστεύματος είναι υποχρεωτική και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή και από την κοινότητα και από τους εκπροσώπους. Η μη σωστή τήρηση των κανόνων του καταπιστεύματος από τους εκπροσώπους της κοινότητας συνιστά αθέτηση της αρχικής συμφωνίας (αθέτηση του καταπιστεύματος). Στην περίπτωση αυτή τα μέλη έχουν την δυνατότητα να καταφύγουν στο νόμιμο δικαίωμα της πολιτικής ανυπακοής. Μπορούν δηλαδή να αφαιρέσουν την εξουσία από τους εκπροσώπους τους και να εκλέξουν νέους. Η πολιτική θεωρία του Locke βασίζεται με σαφήνεια στην αρχή της πλειοψηφίας. Ο θεμελιακός παράγοντας για τις πολιτικές αποφάσεις είναι η γνώμη της πλειοψηφίας των πολιτών. Φθάνουμε τώρα στον δεύτερο σημαντικό πυλώνα που συγκροτεί την πολιτική θεωρία του Locke. Αναφέρομαι στο δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας και της υπεράσπισής του. Το πολιτικό σύστημα που προκύπτει μέσα από την θεωρία του Locke στηρίζεται κατά ένα μεγάλο μέρος στο δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας. Συγκεκριμένα ο φιλόσοφος υποστηρίζει πως από τη στιγμή που ο άνθρωπος εναποθέτει την προσωπική του εργασία σε ένα υλικό αγαθό για την παραγωγή και την απόκτηση του, τότε αυτό το αγαθό περνά δικαιωματικά στην ιδιοκτησία του ανθρώπου. Η ατομική ιδιοκτησία αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την επιβίωση του ατόμου. Στην πρότερη φυσική κατάσταση απαγορευόταν να οικειοποιηθεί ο άνθρωπος ένα αγαθό, γιατί τα πάντα ανήκαν στους πάντες. Όμως, όταν αυτό το αγαθό (π.χ. ένα τρόφιμο) είναι απαραίτητο για την επιβίωση του ανθρώπου, τότε το φαινόμενο της οικειοποίησης και περαιτέρω της ιδιοκτησίας κρίνεται ως αναγκαίο. Στην προκείμενη περίπτωση δεν χρειάζεται η συγκατάθεση ολόκληρης της κοινότητας, όπως συνέβαινε κατά τη φυσική κατάσταση. Παρά ταύτα το προνόμιο της ατομικής ιδιοκτησίας διέπεται από όρια. Σύμφωνα με τον Locke το μέγεθος της ατομικής ιδιοκτησίας πρέπει να είναι τέτοιο, ώστε να καλύπτεται το σύνολο των αναγκών του ανθρώπου. Το αυξημένο μέγεθος της ατομικής ιδιοκτησίας ενός ατόμου εγκυμονεί τον κίνδυνο της απειλής των δικαιωμάτων των υπολοίπων μελών της κοινότητας. Αυτό που ένας άνθρωπος έχει ως περίσσευμα, κάποιος άλλος το στερείται. Ο Locke στο πλαίσιο μίας κοινωνικά δίκαιης πολιτικής προτείνει την αναδιανομή του εισοδήματος με ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα. Με τη φορολόγηση στο περίσσευμα των υψηλών εισοδημάτων επιτυγχάνεται η αναδιανομή του πλούτου και κυρίως η κάλυψη των αναγκών των οικονομικά ασθενέστερων. Ο Locke με αυτόν τον τρόπο γίνεται ο εμπνευστής του κοινωνικού κράτους.
88. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 69
Σταύρος Π. Κάρτσωνας Αυτονομία και πολιτική πραγματικότητα: Το παράδειγμα της αρχαίας Αθήνας σε αντιδιαστολή προς τη σημερινή Ελλάδα
abstract | view |  rights & permissions
Γιατί ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων πολιτών επιλέγει να μην υπακούει τους νόμους του κράτους; Η έλλειψη νομιμότητας, η νομιμοφάνεια και η πολιτική ανυπακοή αποτελούν προβλήματα μείζονος σημασίας για το σύγχρονο ελληνικό κράτος. Στη σύντομη αυτή ανακοίνωση υποστηρίζεται ότι αυτά τα προβλήματα αποτελούν όχι μόνο συνέπειες της οικονομικής κρίσης, αλλά τον αναπόδραστο απότοκο της έλλειψης πολιτικής αυτονομίας που διέπει την κοινωνία μας, γέννημα-θρέμμα μιας βαθύτατης κοινωνικοπολιτικής νωθρότητας, που επιτρέπει τη χειραγώγηση των πολιτών της. Θα προβληθεί το παράδειγμα του ελεύθερου πολίτη της αρχαίας Αθήνας σε αντιδιαστολή προς αυτό του σημερινού Έλληνα ιδιώτη, για να καταδειχθεί γιατί η ακραιφνής τήρηση των νόμων εκ μέρους ενός πολιτικού υποκειμένου συνεπάγεται αναμφίλεκτα μια πηγάζουσα εκ των έσω ενεργητική νομοθετική βούληση, σύμφωνα με την οποία θα συνδιαμορφώνει ισότιμα με τους υπόλοιπους κοινωνούς της πολιτικής κοινότητας, το νομοθετικό σύστημα που διέπει τη ζωή του.
89. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 69
Χρήστος Νεδελκόπουλος Φιλοσοφικές και αισθητικές προεκτάσεις της γενιάς Βeat και η νέα αριστερά υπό την επιρροή του έργου Ο μονοδιάστατος άνθρωπος του Μαρκούζε
abstract | view |  rights & permissions
Στην ανακοίνωση αυτή αναλύεται η συμβολή του έργου Ο Μονοδιάστατος άνθρωπος του Χέρμπερτ Μαρκούζε στο πολιτικό κίνημα της δεκαετίας του 1960, έχοντας ως κύρια αναφορά τη γενιά Βeat και την άνθιση της νέας αριστεράς στην Αμερική. Αφενός αναφέρομαι στην πολιτιστική αλλαγή που επετεύχθη με τη γενιά Beat και αφετέρου στην κοινωνική δράση του κινήματος διαμαρτυρίας SDS (Φοιτητές για μια Δημοκρατική Κοινωνία). Έμφαση δίδεται στην πολιτισμική κριτική, στις πολιτικές εντάσεις και στις κοινωνικές συνθήκες που οδηγούν στον σχηματισμό του κινήματος της νέας αριστεράς καθώς και στην αντιμετώπιση σημαντικών πολιτικών θεμάτων, όπως οι αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα και οι αγώνες κατά του ρατσισμού. Σύμφωνα με τον Marcuse η κυριαρχία της τεχνολογίας αποτελεί απόδειξη ότι ο καπιταλισμός είναι βαθιά ριζωμένος στην κοινωνική πραγματικότητα. Η δεκαετία του ’60 και η πολυμορφία των κινημάτων αυτών βασίζονται σε μια πνευματική και κοινωνική αλλαγή που συμπλέει με το στοιχείο του φαντασιακού. Οι εντάσεις αυτές θα ανοίξουν ένα νέο δρόμο μέσα από ένα συνδυασμό λογικής, φαντασίας και ευαισθησίας.
90. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 69
Χρήστος Μαράντος Η έννοια της αλλοτρίωσης στην Μεταμόρφωση του F. Kafka
abstract | view |  rights & permissions
Με αφορμή το έργο του Franz Kafka «Η Μεταμόρφωση», το οποίο γράφηκε το 1912, προσεγγίζω την έννοια της αλλοτρίωσης, όπως αυτή εκδηλώνεται στις ανεπτυγμένες βιομηχανικές χώρες την ίδια εποχή. Η μεταμόρφωση ενός υπαλλήλου σε ζωύφιο σηματοδοτεί την έναρξη της ασημαντότητας που αισθάνεται ο μέσος άνθρωπος μπροστά στη γιγάντωση των γραφειοκρατικών μηχανισμών. Ταυτόχρονα, καθώς η εργασία μηχανοποιείται ή γραφειοκρατικοποιείται, γίνεται ανιαρή και ξένη προς τις αυθεντικές επιθυμίες των ανθρώπων. Κάπου εκεί εμφανίζεται η διάρρηξη του εαυτού, που για να επιβιώσει μετατρέπεται σε κάτι άλλο από αυτό πού είναι, κατά τον Kafka σε κατσαρίδα. Έτσι, η άρνησης των επιθυμιών, ισοδυναμεί με την άρνηση της ζωής, με αποτέλεσμα το στοιχείο της ενοχής να αντικαθιστά την αγάπη για τη ζωή. Ο Kafka συλλαμβάνει ένα βαθιά αλλοτριωμένο κόσμο και δεν διακρίνει κανένα δρόμο διαφυγής, πέρα από τη συντριβή και τη λύτρωση του θανάτου. Ο εαυτός είναι αποξενωμένος από την αλήθεια του, οπότε δεν έχει σημασία η εξωτερική όψη, αφού ούτως ή άλλως συγκρούεται με την εσωτερική βούληση, επομένως, όποια και αν είναι η εμφάνιση, έχει ελάσσονα σημασία. Εντός αυτού του πλαισίου κινείται η φιλοσοφική προσέγγιση του λογοτεχνικού κειμένου που επιχειρώ, όπως η «Μεταμόρφωση».